Καθημερινή:
Το πείραμα πέτυχε, ευτυχώς Ριψοκινδυνεύει και εκπλήσσει ο «Αίαντας» της Φριντζήλα - Κριτική Σπύρος Παγιατάκης Σοφοκλής Αίας Σκην. Μάρθα Φριντζήλα Με τι αξιοθαύμαστη εκφραστικότητα τραγουδά ο Ουίλιαμ Μπάροους το «Wovon lebt der Mensch» από την «Οπερα της Πεντάρας» (1927) του Κουρτ Βάιλ! Πόσο καταπληκτικά ανορθόδοξα ερμήνευε μέσα στην πιο τρελή χαρά η Μπέτι Μίντλερ στο Λας Βέγκας εκείνο το σπαρακτικό «Miss Otis regrets» του Κόουλ Πόρτερ από τον Μεσοπόλεμο! Πόσο επαναστατικά, ριζοσπαστικά, νεολαιίστικα και τελικά διαχρονικά μοντέρνα ακούγεται η φωνή του Μάνου Χατζιδάκι όταν μιλάει για την παιδεία, για τα Εξάρχεια και την Ενωμένη Ευρώπη στο blogspot physiodifis; Ε, να, κάπως έτσι είναι και η «προχωρημένη» γεύση που αφήνει ο «Αίαντας» έτσι όπως στήθηκε για τη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου η Μάρθα Φριντζήλα. (Oλα τα παραπάνω διαπιστώνονται εύκολα ψάχνοντας το youtube. Αλήθεια σε τι καταπληκτική εποχή ευτυχήσαμε να ζούμε!) Η Μάρθα Φριντζήλα δούλεψε συνειδητά «ενάντια» στην τρέχουσα αισθητική. Ακόμα και η λογική της δεν πολυστέκεται με σιγουριά στα πόδια της. Ευτυχώς! Ριψοκινδυνεύει και εκπλήσει. Καγχάζει οτιδήποτε μπορεί να ονομάζεται «σωστό» κι «ωραίο» . Μήπως με τον ίδιο τρόπο δεν αμφισβητεί άλλωστε και η εποχή μας λίγο πολύ τα πάντα;Ακριβώς λοιπόν όπως η τετραπέρατη Μπέτι Μίντλερ, η οποία χορεύει κλακέτες λέγοντας πως η Δις Οτις λυπάται αλλά δεν θα μπορέσει να δειπνήσει με την παρέα σας σήμερα επειδή μόλις την εκτέλεσαν για τον φόνο που διέπραξε για κάποια προδοσία. Κι όπως ο βραχνός Μπάροους διηγείται με τα λόγια του Μπρεχτ πως ο άνθρωπος δεν γίνεται παρά να ’ναι απάνθρωπος. Αλλά και ο Χατζιδάκις μιλώντας για τα Εξάρχεια να λέει πως κινδυνεύουμε όχι από τους αναρχικούς, αλλά απ’ όσους μας περιφρουρούν απ’ αυτούς που δεν μας μοιάζουνε. Κάπου εκεί βρίσκεται και η φιλοσοφία μιας πολύ προχωρημένης σκηνοθέτιδος.Ο σπάνια παιζόμενος «Αίας» του Σοφοκλή –το πρώτο έργο του– με κεντρικό πρόσωπο έναν παραφρονημένο ήρωα ο οποίος θυμώνοντας για την παραχώρηση των όπλων του Αχιλλέα σε άλλους τα βάζει με ολόκληρο το κατεστημένο της εποχής του, χάνοντας τελικά τον αγώνα, είναι μία τραγωδία η οποία ανέχεται διάφορες πολλαπλές ερμηνείες. Η πτώση ενός ομηρικού ήρωα που οδηγείται στην αυτοκτονία περιγράφεται σκηνοθετικά από τη Φριντζήλα διαλεκτικά. Δίχως ηθικό δίδαγμα .Αν δεν είχε παραφραστεί ο όρος θα αποτολμούσα να πω και μπρεχτικά. Θα το πω. Δηλαδή με τρόπο που υποβάλει στον θεατή να μην αποδεχτεί συμπεράσματα που του προσφέρονται σε ασημένιο δίσκο, αλλά να υποκινηθεί να βγάλει δικές του κρίσεις. Ο κύριος τρόπος για να κάνει κάτι τέτοιο η σκηνοθέτις ήταν να οδηγήσει τους ηθοποιούς της να αποφύγουν κάθε ρεαλιστικό στοιχείο στο παίξιμό τους, κάθε ταύτιση με τον ρόλο τους, κάθε «στανισλαβσκισμό» παλιό ή αμερικανικό (Actor’s Studio, Stella Adler κτλ κ.τλ.) αλλά να παίξουν παρουσιάζοντας καταστάσεις –ακόμα και στην υπερβολή τους– κι όχι «ζώντας τες».Κάτι τέτοιο φάνηκε πρώτα απ’ όλα με τον επώνυμο ήρωα τον Αίαντα, ο οποίος εμφανίστηκε αποξενωμένος από την ανθρώπινη μορφή του ως φιγούρα του Καραγκιόζη. Επιλέγοντας μάλιστα για τον ρόλο έναν κλασικό καραγκιοζοπαίκτη, τον Αθω Δανέλλη, ο οποίος επιστράτευσε τη στομφώδη απαγγελία που χρησιμοποιούν οι συνάδελφοί του όταν βρίσκονται πίσω από το πανί, ο Αίαντας απογειώθηκε μακριά από οποιαδήποτε υποψία ρεαλισμού.Το ίδιο και με τη Μαρία Κεχαγιόγλου, η οποία λες και χρησιμοποιούσε την ίδια εκείνη τεχνική της μουσικοσπουδαγμένης Κατίνας Παξινού η οποία έγραφε στο πεντάγραμμο με νότες, με παύσεις και με ημιτόνια τον ρόλο της . Η Μ. Κεχαγιόγλου με τις ανορθόδοξες «φορμαλιστικές» σιωπές της δημιούργησε μία Τέκμησσα που σου έκοβε τη φωνή. Μία μοναδική ερμηνεία που θα τη θυμόμαστε. Μ’ ένα μάτι που έλαμπε από λαϊκότητα και ευστροφία ο Οδυσσέας και ο Αγγελιοφόρος του Μανώλη Μαυροματάκη υπήρξε ένας άλλος σταθμός στην παράσταση. Κι όσο για τον Γιώργο Φριντζήλα (Τεύκτρος) ο οποίος ρίσκαρε διαρκώς να παρεξηγηθεί για υπερβολές, αυτός χρησιμοποιούσε ένα χορταστικό διαπασών συνειδητά ως άποψη στον ρόλο.Η θεά Αθηνά πάλι (Δέσποινα Αναστάσογλου) η οποία μ’ ένα ευφάνταστο εύρημα βρισκόταν σε διαρκή αιώρηση στα ουράνια, είχε κι αυτή το μερτικό της σ’ ένα χιούμορ το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τη Μάρθα Φριντζήλα για να «αποστασιοποιήσει» –ε, να το πούμε έτσι– την τραγωδία. Aκριβώς. Η Μάρθα Φριντζήλα είναι η μόνη που γνωρίζω, εγώ τουλάχιστον, η οποία καταφέρνει να δώσει κάποια ζωή, κάποιο χαμόγελο στην τόσο παρεξηγημένη περί Μπρεχτ θεωρία, που μέχρι σήμερα μύριζε φορμόλη και απολυμαντικό. Κι εδώ στην Ελλάδα και έξω.Αναγκάστηκα να διαβάσω το έργο, γιατί δεν θυμόμουν σχεδόν τίποτα από μια μπερδεμένη υπόθεση, και θεωρώ την τωρινή μετάφραση της Νικολέττας Φριντζήλα καλή. Οπως άλλωστε και τα μισοσοβαρά-μισοαστεία σκηνικά και κοστούμια του Βασίλη Μαντζούκη, ο οποίος ακολουθώντας κι αυτός μια πολύ σύγχρονη αντίληψη κάγχασε όλες μαζί τις θεωρίες περί ωραίου και περί συνταιριάσματος χρωμάτων και στυλ. Ο ίδιος έγραψε και την πέρα μελωδιών και «ευαισθησιών» χεβιμεταλομορφική μουσική. Παίρνω πίσω αυτό που είπα παραπάνω περί «σύγχρονης αντίληψης» που ηχεί λιγάκι σαν ν’ αναφέρομαι σε μόδες της εποχής μας. Επιστρέφω στην εισαγωγή μου και στο πώς μερικοί χαρισματικοί δημιουργοί κι οι επίγονοί τους καταφέρνουν να δημιουργούν ενδιαφέρουσα τέχνη σε απόσταση μισού αιώνα ο ένας από τον άλλο. Το πείραμα (έτσι το είπανε) της Μάρθας Φριντζήλα με τη αρχαία τραγωδία, πέτυχε με το παραπάνω . Κι ας είχε ν’ αντιμετωπίσει δυόμισι χιλιετίες.
Θέατρο με ευφυΐα, λάμψη και χάρη Στην «Κατερίνα Ισμαήλοβα» από τη Μάρθα Φριντζήλα - Κριτική Σπύρος Παγιατάκης Κατερίνα Ισμαήλοβα Σκην.: Μάρθα Φριντζήλα Θέατρο: Νέου ΚόσμουΤι εννοούμε στ’ αλήθεια όταν μιλάμε για καλούς και για κακούς ηθοποιούς; Προσωπική μου γνώμη είναι πως πάνω απ’ όλα ένας κουτός άνθρωπος δεν μπορεί να είναι καλός ηθοποιός. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα βρίσκεται στον χορό. Και συγκεκριμένα στον κλασικό χορό. Δηλαδή στο μπαλέτο κι όχι στον μοντέρνο –στον «εκφραστικό» τον λέγανε παλαιότερα– χορό. Μια υπέροχη λοιπόν μπαλαρίνα μπορεί κάλλιστα να ’χει το μυαλό κότας. Ομως η κουταμάρα σ’ έναν μίμο φαίνεται αμέσως. Πάρτε για παράδειγμα τους, μακαρίτες πλέον, εξαιρετικούς και πανέξυπνους Ζαν-Λουί Μπαρό και Μαρσέλ Μαρσό. Ειδικά στους ηθοποιούς, πάλι, η αμορφωσιά και η κουταμάρα βγάζει κι εκεί μάτι.Οι ιδέες αυτές επιβεβαιώθηκαν εκ νέου, βλέποντας την «Κατερίνα Ισμαήλοβα» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Οι τέσσερις ηθοποιοί της νεότερης γενιάς (η Μαρία Κεχαγιόγλου, ο Λαέρτης Μαλκότσης, ο Γιώργος Φριντζήλας, κι η Δέσποινα Αναστάσογλου) άστραφταν από μια απτή εξυπνάδα. Στην εποχή της γενικότερης αμφισβήτησης που ζούμε, όπου όλες οι αξίες που μέχρι σήμερα ήταν ιερές και απαραβίαστες, όπου το μυαλό, η λογική, η ηθική κι η ομορφιά ακόμα δεν έχουν πλέον το νόημα που είχαν παλιά, θα πρέπει να επιχειρήσουμε μία ανασύνταξη ορισμών. Είναι αναγκαίο να επαναπροσδιορίζει κανείς γράφοντας, ή ακόμα και μιλώντας, τι ακριβώς εννοούμε με το «καλό» και το «κακό» περισσότερο από κάθε άλλη προηγούμενη φορά.Ταύτιση με τον ρόλοΤώρα με την «Κατερίνα Ισμαήλοβα», όπως τη σκηνοθέτησε η Μάρθα Φριντζήλα, κι όπως την ερμήνευσαν οι τέσσερις ηθοποιοί, ένιωσα ότι το μέχρι τώρα οικείο μου θέατρο προχώρησε ένα βήμα μπροστά. Κι φυσικά ενθουσιάστηκα. Σπάνια είδα μια τόσο καλή εφαρμογή του αντι-στανισλαβσκισμού. Δηλαδή ενός νατουραλιστικού συστήματος, μιας ρεαλιστικής σχολής που θέλει τον ηθοποιό να ταυτίζεται με τον ρόλο του και να «φαίνεται» όσο πιο «φυσικός» γίνεται. Κάπως όπως κι οι μπαλαρίνες που ομνύουν σε μια τεχνική που συχνά την μπερδεύουν με τη χάρη. Η συνέχεια του Στανισλάβσκι βρήκε μέρες δόξας στην Αμερική με το «Ακτορς Στούντιο», με την οικογένεια Στράσμπεργκ και τους διάσημους μαθητές τους.Προσωπικά δεν συμφώνησα ποτέ μ’ αυτήν τη «σχολή της ταύτισης», όπου το μυαλό κι η ευστροφία δεν μετρά σε πρώτη σειρά για τον ηθοποιό. Παρέμεινα οπαδός κάποιου είδους μπρεχτικής αντιπολίτευσης η οποία ήθελε τον ηθοποιό να σκέφτεται, να κρίνει και να αυτοσαρκάζει τον χαρακτήρα του, όπως και να μπαίνει και να βγαίνει από το «πετσί» του ρόλου του με την ευκολία που χρησιμοποιεί κανείς μια περιστρεφόμενη πόρτα.Και πάνω απ’ όλα να διατηρεί την προσωπικότητά του. Δυστυχώς, τέτοιες καταστάσεις σε ηθοποιούς που έχουν ως πρότυπο τον Μάρλον Μπράντο, τη Μέριλ Στρίπ και άλλους διάσημους που έχουν σαν ευαγγέλιό τους την ταύτιση, μαθαίνουν να «ταυτίζονται», είναι σπάνιες στο ελληνικό θέατρο.Ε, λοιπόν, πηγαίνετε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου στην «Κατερίνα Ισμαήλοβα» για να δείτε μια Μαρία Κεχαγιόγλου να σας δείχνει ότι έχει απόλυτη συναίσθηση κι έλεγχο της κάθε δραματικής ή κωμικής κατάστασης του χαρακτήρα που υποδύεται. Να δείτε έναν Λαέρτη Μαλκότση να χαριεντίζεται με τους διάφορους ρόλους που ενδύεται, και να τους «παίζει» με την άνεση και τη χάρη ενός ταχυδακτυλουργού που πετάει μπαλάκια στον αέρα.Ο Γιώργος Φριντζήλας στον άχαρο ρόλο του εραστή είναι κάπως παλαιότερης κοπής, όπως άλλωστε και η Δέσποινα Αναστάσογλου. Ομως κι αυτοί οι δύο δεν τα καταφέρνουν να μην κολλήσουν από ένα μεταδοτικότατο «νέο κύμα» του πρώτου ζευγαριού.Η «Λαίδη Μακβέθ του Μτσενσκ», δηλαδή αυτή η Κατερίνα Ισμαήλοβα που για το ερωτικό της πάθος και μόνο κάνει αστόχαστα εγκλήματα, ήταν το θέμα της όπερας του Ντμίτρι Σοστακόβιτς που έκανε τον Στάλιν έξαλλο επειδή είχε –λέει– εσκεμμένη παραφωνία, ουρλιαχτά και τσιρίδες αντί για μελωδική μουσική κτλ. κτλ. («Θολούρα αντί μουσικής» εφημ. «Πράβντα», 29 Ιανουαρίου 1936). Ηταν η εποχή που θεωρούσαν στη Σοβιετική Ενωση το σαξόφωνο σαν «όργανο αντιεπαναστατικό»…Τώρα η αλήθεια είναι πως η μουσική αυτής της όπερας ήταν δύσκολη και σίγουρα όχι για το μεγάλο κοινό. Μήπως και υπερβολικά προχωρημένη για την εποχή της; Διόλου. Γιατί, ό,τι σήμερα χαρακτηρίζουμε ως «μοντέρνα τέχνη, είτε μουσική είν’ αυτή είτε ζωγραφική, γλυπτική, θέατρο, κινηματογράφο, αρχιτεκτονική κτλ., τα πάντα πρωτοεμφανίστηκαν κι ευδοκίμησαν στις δύο πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα στη Σοβιετική Ενωση. Μετά ήρθε ο Στάλιν και πάνε...Ο Σοστακόβιτς κι η μουσική του δεν ήταν λέει για τον λαό, κι ο συνθέτης αναγκάστηκε να την αποκηρύξει. Ξέρετε, αλήθεια, ποιο ήταν το θεατρικό είδος που δεν γνώρισε ποτέ διώξεις και κριτικές εκείνα τα χρόνια σ’ όλες τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού; Η οπερέτα! Ναι, τα κομματικά στελέχη –και ο υπόλοιπος κόσμος– πήγαιναν και χαίρονταν τον Κόμη του Λουξεμβούργου και την Κοντέσσα Μαρίτσα δίχως να σκεφθεί ποτέ κανένας Ζντάνοφ να τα επικρίνει για το ότι «δεν αντιπροσώπευαν την κοινωνική πραγματικότητα». Αρεσαν όμως στα κομματικά στελέχη! Τέλος πάντων. Η τωρινή αθηναϊκή «Κατερίνα Ισμαήλοβα» δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη αναγνώριση στο προοδευτικό καλλιτεχνικό πνεύμα του Σοστακόβιτς, από τον οποίο άλλωστε δανείστηκε το λιμπρέτο. Πρωτοποριακή δουλειάΜε παιχνιδιάρικη διάθεση, η σκηνοθέτις Μάρθα Φριντζήλα αντιμετώπισε μια βαθιά τραγική ανθρώπινη υπόθεση παρουσιάζοντάς τη σοβαρά, αλλά όχι σπαραξικάρδια. Πολύ σημαντική η διδασκαλία της. Ενδιαφέρουσα και η ανανεωτική δουλειά του Βασίλη Μαντζούκη και της Μάρθας Φριντζήλα στη σκηνογραφία, τη μουσική, τους φωτισμούς και τα βίντεο.Μόλις επέστρεψα από ένα από τα καλύτερα πρωτοποριακά θεατρικά φεστιβάλ που γίνονται στην Ευρώπη. Το ΜΕΣΣ στο Σεράγεβο φιλοξενούσε δημιουργούς σαν τον Ευγένιο Μπάρμπα, τον Λιθουανό Γκλαουζίνις και τον Γερμανό Οστερμάιερ για ν’ αναφερθώ μόνο στους γνωστότερους. Εχοντας ακόμα φρέσκια στο μυαλό μου κάποια «ευρωπαϊκή αφρόκρεμα» του πολύ σύγχρονου θεάτρου και κάνοντας συγκρίσεις, νιώθω –ναι!– εθνική υπερηφάνεια που διαθέτουμε εδώ κάποιες παραστάσεις σαν αυτές που βλέπουμε στο Θέατρο –ενός αληθινού– Νέου Κόσμου.
|