|
{tab=City}
1.Ή πρώτη φορά που σε είδα και σε άκουσα στη σκηνή ήταν στην παράσταση «η νύχτα του τράγου» του Σωτήρη Χατζάκη. Είχες ήδη μια πορεία χρόνων στο θέατρο. Τι σε είχε οδηγήσει σε αυτήν την τέχνη; Θα προσπαθήσω να απαντήσω με ακρίβεια στο τι με οδήγησε στο θέατρο. Από παιδί αγαπούσα την έκθεση και την ομαδικότητα και ταυτιζόμουν με τα κείμενα που διάβαζα. Αυτή ακριβώς η ταύτιση μού δημιούργησε την ανάγκη να εμβαθύνω περισσότερο σ’ αυτά, να τα βιώσω. Αυτό με οδήγησε να γίνω ηθοποιός. Ίσως και η μυστική ώθηση μιας μοίρας προκαθορισμένης. 2.Η παράδοση είναι ένα σημαντικό πεδίο αναζήτησης για σένα; Ο Ιγκόρ Στραβίνσκι νομίζω έχει πει: Ένα δέντρο δίχως ρίζες είναι αδύνατο να μείνει όρθιο στον δυνατό αέρα. Δε βλέπω πώς θα μπορούσε κανείς να διαφωνήσει μ’ αυτό. 3.Το θέατρο και το τραγούδι πού νομίζεις ότι συναντιούνται; Το θέατρο και το τραγούδι είναι για μένα το ίδιο πράγμα. 4.Τι θέλεις όταν τραγουδάς; Τι σε απασχολεί κυρίως; Θέλω να καταφέρω να εξαφανιστώ. Κι αντί για μένα να υπάρχει το τραγούδι μου. Θέλω ο κόσμος όταν φεύγει από τη συναυλία να έχει ισχυρότερες εικόνες από τα τραγούδια παρά από μένα. 5.Ποια είναι η μεγαλύτερη έγνοια σου πριν βγεις στη σκηνή; Η μεγαλύτερή μου έγνοια πριν βγω στη σκηνή είναι να ξεχάσω ότι είμαι τραγουδίστρια. Να ξεχάσω ότι είμαι ηθοποιός. Και να αφήσω τη στιγμή να κάνει τη δουλειά της. 6.Ο τραγουδιστής ερμηνεύει ένα τραγούδι. Ποιο είναι το πιο σημαντικό σε αυτήν την ιστορία, ο τραγουδιστής, ή το τραγούδι; Στη μάχη ανάμεσα στον τραγουδιστή και το τραγούδι νικάει πάντα το τραγούδι. Συμβαίνει βέβαια συχνά, ένας καλός τραγουδιστής να κάνει ένα μέτριο τραγούδι να λάμπει. Αλλά ποιον μπορεί να τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο; Από καλά τραγούδια έχουμε ανάγκη, όχι από μέτρια τραγούδια και καλούς τραγουδιστές. 7/8.Πώς γνωριστήκατε με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και είναι για σένα πλέον ο Θανάσης; Με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου γνωριστήκαμε στη «νύχτα του τράγου», την παράσταση που ανέφερες πριν. Τον έφερε ο Γιώργος Χριστιανάκης με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί στη «Γέρμα» στο Εθνικό θέατρο. Στην «νύχτα του τράγου» είχα κάνει τη μουσική επιμέλεια και τραγουδούσα κιόλας. Ο Θανάσης μου πρότεινε να συνεργαστούμε. Θα σου πω κάτι που είναι λίγο περίεργο: δεν τον ήξερα. Δεν γνώριζα τη δουλειά του. Μου έφερε τους δίσκους του να τους ακούσω και με συγκίνησαν πολύ τα τραγούδια του. Μέχρι τότε δεν είχα καλή σχέση με την νέα λαϊκή μουσική σκηνή της Ελλάδας. Τώρα πια είμαι κι εγώ μοιραία μέρος της. Και όταν ακούω στο ραδιόφωνο κάποιο τραγούδι του Θανάση δεν το αλλάζω όπως πιθανά θα έκανα παλαιότερα. Προσπαθώ πάντως να είμαι όσο πιο αντικειμενική γίνεται. Και με τον Θανάση έχουμε ειλικρινείς σχέσεις. Όταν κάτι δικό του δεν μου αρέσει του το λέω αμέσως. Όταν κάτι το βρίσκω ενδιαφέρον πάλι του το λέω. Νομίζω κι αυτός το ίδιο κάνει. Στην ομάδα σας, αυτήν τη «θεότρελη και καλοκουρδισμένη μπάντα», όπως διάβασα κάπου στο διαδίκτυο να λένε για σας, πόση σημασία έχει το πώς είναι οι σχέσεις μεταξύ σας; Πόση σημασία έχει το «ο καθένας κι όλοι μαζί» Οι σχέσεις έχουν τεράστια σημασία. Μου είναι αδύνατο να φανταστώ πως τραγουδάω και γλεντάω με μια παρέα δεξιοτεχνών με τους οποίους δεν έχω καμία πνευματική επικοινωνία. Το πιο ενδιαφέρον σ’ αυτή την μπάντα είναι ότι προερχόμαστε σχεδόν όλοι από τελείως διαφορετικούς χώρους αλλά έχουμε την ίδια αγωνία γι’ αυτό που φτιάχνουμε μαζί. Κανείς δεν κοιτάει την πάρτη του, όλοι υπηρετούν το έργο. Κι αυτή είναι βασική προϋπόθεση για να είναι κάποιος καλός στη δουλειά του. Ποια τραγούδια προτιμάς, αυτά που σε γαληνεύουν ή αυτά σε βασανίζουν; Και τα δύο. Και για τους ίδιους λόγους. Αν θυμηθείς μια ιστορία από συναυλία σας όλα αυτά τα σχεδόν τρεισήμισι, και βάλε, χρόνια, ποια είναι; Στο θέατρο χώρα, που ξεκινώντας να πω ένα τραγούδι a cappela ξέχασα τα λόγια μου. Με εγκατέλειψε το τραγούδι κι έμεινα μόνη μου. Αυτό έγινε γιατί ξεκινώντας να τραγουδάω, άκουσα τη φωνή μου και τη γούσταρα πιο πολύ απ’ το τραγούδι. Κι έτσι το τραγούδι με τιμώρησε για την αλαζονεία μου. Κουβαλάς στο τραγούδισμά σου πολλούς τρόπους, είναι θέμα γνώσης, τεχνικής, ταλέντου, συνειδητής ή ασυνείδητης επιλογής ή έκφρασης; Είναι θέμα γνώσης, τεχνικής, ταλέντου, συνειδητής ή ασυνείδητης επιλογής και έκφρασης. Αλλά δεν ξέρω με ποια σειρά. Πες μου ένα τραγούδι που τραγουδάς από μικρή. Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική γιατί θα μαραζώσω και θα μείνω εκεί. Δολάρια δε θέλω, πώς να σου το πω, θέλω ψωμί, κρεμμύδι κι εκείνον π’ αγαπώ. Είναι ένα τραγούδι που το έλεγε η γιαγιά μου η Βαγγελιώ κι εγώ έβαζα τα κλάματα. Κάτι τραγουδάς μόνη σου στο σπίτι; Σιγοτραγουδάς στο δρόμο; Τι; Στο σπίτι μόνη μου τραγουδάω τα πάντα: από τροπάρια μέχρι το «έχω πετάξει μαζί σου». Στο δρόμο καμιά φορά τραγουδάω δυνατά και κρατάω το τέμπο με το βήμα μου. Συνήθως μελωδίες που φτιάχνω εκείνη τη στιγμή. Αγαπάς τα παραμύθια; Καμιά φορά όταν τραγουδάς, τις «γριές» ή τα «κάλαντα» θυμάμαι τώρα, μου φαίνεται σαν να λες ένα παραμύθι με μουσική. Φυσικά και αγαπώ τα παραμύθια. Ο μύθος είναι η μόνη άμυνα του ανθρώπου απέναντι στο μυστήριο της ζωής. Ξέρεις, στον τρόπο που τραγουδάς αλλά και στο πώς είσαι στη σκηνή δεν έχεις αντίστοιχο. Σαν από αλλού, σ’ ένα χώρο όπου η τηλεόραση, το θέαμα και οι δημόσιες σχέσεις έκαναν μεγάλη ζημιά. Πώς το καταφέρνεις; Ή δεν το σκέφτεσαι; Δεν το σκέφτομαι. Δικά σου τραγούδια γράφεις; Μελωδίες φτιάχνω. Διαβάζω ένα κείμενο, ένα ποίημα και για να το καταλάβω μερικές φορές το τραγουδάω. Κι αν βγει κάτι καλό το ηχογραφώ και το δίνω στον Βασίλη (τον Μαντζούκη) να το κάνει ό,τι θέλει. Γράφω κυρίως στίχους. Έχω γεμίσει πολλά τετράδια με στίχους. Τι άλλο σε εμφανίσεις ή δισκογραφικά ετοιμάζεις κάτι αυτόν τον καιρό; Έχουμε έτοιμο τον πρώτο μας δίσκο. Λέγεται ΜΠΑΟΥΜΣΤΡΑΣΣΕ. Θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από την Libra music. Η μουσική είναι του Βασίλη Μαντζούκη και οι στίχοι δικοί του, του Κώστα Βραχνού και δικοί μου. Και δύο ποιήματα, του Paul Celan και του F.G.Lorca. Με την ευκαιρία του δίσκου, θα κάνουμε και μια σειρά συναυλίες με το συγκρότημά μου, τους WALTER TESTA. Επίσης, ετοιμάζουμε μία δουλειά για το καλοκαίρι με τη Μαρία Φαραντούρη, την οποία εκτιμώ βαθιά. Και με τη θεατρική μου ομάδα εργαζόμαστε πάνω στον Αίαντα του Σοφοκλή, που θα τον παρουσιάσουμε στον χώρο μας, τον ΚΡΑΤΗΡΑ, την άνοιξη. Το πιο ωραίο ποιο είναι : όταν ετοιμάζεις μια δουλειά, όταν τραγουδάς στον κόσμο ή όταν κρατάς ένα δίσκο σου στα χέρια; Νομίζω πως η διαδικασία της προετοιμασίας είναι η πιο συγκινητική και η πιο μυστήρια. Αλλά δεν μπορώ να απαντήσω τι είναι πιο ωραίο. Το να κρατάω στα χέρια μου ένα δίσκο μου, μου φαίνεται το πιο αδιάφορο από τα τρία.
{tab=Καθημερινή} 26/4/2008:
Δίνω ενέργεια στο θέατρο μέσα από το τραγούδι Η Μάρθα Φριντζήλα από το μουσικό «Kubara project» σκηνοθετεί «Αίαντα» κι άλλες τρεις παραστάσεις! Του Βασιλη ΑγγελικοπουλουΕντυπωσιακή, γήινη παρουσία, που μπορεί να γίνει θυελλώδης ή ένα χάδι όταν τραγουδά πάνω στη σκηνή. Μόνο να περάσει απαρατήρητη αδύνατον. Απέκτησε πλήθος φαν τα τελευταία χρόνια συμμετέχοντας στις συναυλίες και στους δίσκους του Θανάση Παπακωνσταντίνου ή τραγουδώντας με το δικό της συγκρότημα «Kubara project», αλλά οι πιο πληροφορημένοι την ξεχώρισαν πολύ πιο μπροστά από το θέατρο: από την παπαδιαμαντική Φόνισσα και τη Νύχτα του τράγου στο πλευρό της Λυδίας Κονιόρδου και του Σωτήρη Χατζάκη, αρχικά, και μετά από την ερευνητική δουλειά με τη θεατρική της ομάδα «Ο δρόμος με τα δέντρα» σ’ ένα παλιό συνεργείο του Βοτανικού ονόματι «Κρατήρας». Θέατρο και τραγούδι μοιράζονται τη Μάρθα Φριντζήλα, αυτό το πλάσμα που μοσχοβολάει ταλέντο σε ποικίλους τομείς. Φέτος δε ήταν η χρονιά της: μέσα σε μια περίοδο τέσσερις σκηνοθεσίες –γιατί στη σκηνοθεσία αισθάνεται αφοσιωμένη– από τις οποίες η τέταρτη έρχεται οσονούπω, και μάλιστα στο Εθνικό Θέατρο: «Αίας» του Σοφοκλή, στη Νέα Σκηνή. Προηγήθηκαν «Κατερίνα Ισμαήλοβα» και «Αραβική νύχτα» στο θέατρο του Νέου Κόσμου και «Τυφλό σημείο» του Γιάννη Μαυριτσάκη στο Πορεία, ενώ τραγουδούσε και κάθε Τετάρτη με το «Kubara project» στο Μετρό. Τώρα την περιμένουν εμφανίσεις με Κραουνάκη και Λένα Πλάτωνος το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Αθηνών, και τον χειμώνα πάλι Εθνικό, με «Φορτουνάτο», Νέου Κόσμου, «Ισμαήλοβα», καθώς και νέες δουλειές με τις ομάδες της, θεατρική και μουσική… — Σκηνοθέτις ή τραγουδίστρια εν τέλει; — Η δουλειά μου, και το κέφι μου μαζί, είναι το θέατρο. Το τραγούδι είναι μια βαλβίδα ασφαλείας για μένα. Δηλαδή δεν ξέρω αν θα την έβγαζα καθαρή αν δεν είχα το τραγούδι. Χρειάζεται κάποια ώρα να ξεσπάω, να βγαίνω, να εκτίθεμαι, να τραγουδάω. Να εκφράζομαι, που λένε. Γιατί το θέατρο δεν είναι «έκφραση», είναι έρευνα, έχεις συνέχεια ένα ερωτηματικό πάνω από το κεφάλι σου. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι απαντώ στο θέατρο, πάντα ρωτάω. Και δεν νομίζω ότι θα καταλήξω ποτέ σε απαντήσεις. — Την ηθοποιό Φριντζήλα όμως την παραμελείτε, δεν παίζετε, παρά το προικιό που διαθέτει. — Η αλήθεια είναι ότι το θέλω πολύ. Υπάρχουν όμως άλλοι που το θέλουν περισσότερο κι είναι και φτιαγμένοι γι’ αυτό. Εγώ, κι από τη σχολή ακόμα, ήθελα να περνάνε όλα από τα χέρια μου, να έχω τη συνολική θέαση των πραγμάτων, δεν μπορούσα να επικεντρωθώ μόνο στον ρόλο μου. Θέλω πιο πολύ να κάνω το έργο παρά τον ρόλο. — Εχετε πει ότι δεν νιώθετε θέατρο και τραγούδι σαν δύο καρπούζια στην ίδια μασχάλη. Δεν απαιτείται όμως αφοσίωση αν θες να κάνεις κάτι σημαντικό; — Μα είμαι αφοσιωμένη. Απολύτως. Στο θέατρο. Το τραγούδι ούτε πολύ χρόνο μου απορροφά ούτε ενέργεια. Αντιθέτως, με γεμίζει ενέργεια, που τη διοχετεύω στο θέατρο. Ισχύει το καβαφικό εκείνο «και μες στην τέχνη πάλι ξεκουράζομαι από τη δούλεψή της». — Εχετε και τη διδασκαλία στη δραματική του Εθνικού. — Ναι, και έχω καλή επικοινωνία με τα παιδιά. Πράγμα απαραίτητο στο θέατρο, γιατί εγώ πιστεύω στο θέατρο του ηθοποιού. Δεν πιστεύω στο θέατρο του σκηνοθέτη. — Θα λέγατε ότι έχετε στο θέατρο την εξωστρέφεια που σας διακρίνει στο τραγούδι; — Οχι, στο θέατρο δεν είμαι τόσο «παιχνιδιάρα» όσο στο τραγούδι. Είναι πιο εύκολο να εκθέσω τον εαυτό μου παρά ένα έργο. Νιώθω τεράστια ευθύνη κρατώντας το έργο ενός συγγραφέα στα χέρια μου. Δηλαδή θα ήθελα να καλέσω το πνεύμα του κάθε φορά που δουλεύω κάτι. Δεν έχω άλλωστε καμιά μεγάλη «σκηνοθετική» διάθεση, να «δώσω στίγμα», να κάνω κόλπα σκηνοθετικά. Που θα μου ήταν και πολύ εύκολο, γιατί έχω πολλές ιδέες – βασανίζομαι από ιδέες. Αλλά με ιδέες δεν κάνεις θέατρο. «Αίας» σαν φιγούρα του Καραγκιόζη Στοιχεία του Θεάτρου Σκιών υιοθετεί η ανήσυχη Μάρθα Φριντζήλα στην παράσταση του σοφόκλειου «Αίαντα» που ανεβάζει στη Νέα Σκηνή του Εθνικού την Παρασκευή 2 Μαΐου. Μια ερευνητική εργασία ομαδικού αλλά και... οικογενειακού χαρακτήρα, αφού μετέχουν η αδελφή της Νικολέτα Φριντζήλα, φιλόλογος και δοκιμασμένη μεταφράστρια αρχαίου δράματος, ο άντρας της, συνθέτης και ζωγράφος-σκηνογράφος Βασίλης Μαντζούκης, το χοροθέατρο Sinequanon, συγκάτοικο στον «Κρατήρα», οι Μαρία Κεχαγιόγλου και Μανώλης Μαυροματάκης, με τους οποίους συνεργάζεται συχνά, και φυσικά οι ηθοποιοί της ομάδας της Δ. Αγαρτζίδης, Μ. Αναστάσογλου, Κ. Γεωργίου, Χρ. Μαξούρη, Θ. Μεταξά, Τ. Παπαδοπούλου, Χρ. Πίτσας, Ρ. Τσιλιγκαρίδου και Γ. Φριντζήλας. Μετέχει επίσης ο καραγκιοζοπαίκτης Αθως Διανέλλης που κινεί τη φιγούρα του Αίαντα – γιατί ο Αίας στην παράσταση αυτή είναι φιγούρα του Θεάτρου Σκιων!
Αντί Σχορτσιανίτη— Φιγούρα; Με ηθοποιούς στους άλλους ρόλους; Πώς σας ήρθε αυτό; — Η δουλειά αυτή ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια σ’ ένα σεμινάριο για το αρχαίο δράμα. Αναρωτιόμουν ποιος θα ’πρεπε να παίξει αυτό τον ρόλο, επειδή ο Αίας είναι ένας ήρωας που ανήκει σε άλλη εποχή – και το έργο ολόκληρο άλλωστε μιλάει για το τέλος της εποχής των ηρώων και την έναρξη της εποχής που ζούμε ακόμα, της εποχής δηλαδή του διαλεκτικού ανθρώπου, του πολυμήχανου. Ποιος θα μπορούσε να παίξει αυτόν τον α-μήχανο ήρωα, αυτό το πλάσμα που πάν’ απ’ όλα έχει την τιμή και που ακόμα και μετά θάνατον κρατάει τον καημό για τα όπλα που του στέρησαν. Στην ομηρική Νέκυια, δηλαδή, την οποία προτάσσουμε σαν εισαγωγή στην παράσταση, ο Αίας δεν γυρίζει ούτε να κοιτάξει τον Οδυσσέα που έχει κατέβει στον Αδη. Είχαμε λοιπόν βρεθεί σε αδιέξοδο με την ομάδα, γιατί είχαν πέσει διάφορες ιδέες – μέχρι και να προτείνουμε τον ρόλο στον Σχορτσιανίτη, τον μπασκετμπολίστα. Γιατί θέλαμε κάποιον σαν γίγαντα, κάποιον σαν αυτούς που βλέπεις καμιά φορά στον δρόμο και μοιάζουν να μην ανήκουν στο δικό μας κόσμο. Κατέληξα στο Θέατρο Σκιών και ειδικά στον Αθω Διανέλλη, τον μοναδικό που κάνει Καραγκιόζη για μεγάλους και με τον οποίο ήθελα από καιρό να δουλέψω, γιατί υπηρετεί μια τέχνη που εκτιμώ πολύ – δέος μού προκαλεί εμένα το Θέατρο Σκιών! Κι όπως διαπιστώσαμε δουλεύοντας στο σεμινάριο, αλλά και μετά που κάναμε μια παρουσίαση της δουλειάς στον Κρατήρα, αυτό το μονοδιάστατο και σκοτεινό φάσμα που είχες μπροστά σου μεγέθυνε τη συγκίνηση. Ηταν κάτι. Τώρα, για τις παραστάσεις στο Εθνικό, ξαναπιάσαμε τη δουλειά από εκεί που την είχαμε αφήσει. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τελειώσαμε. Μια παράσταση ποτέ δεν τελειώνει, ειδικά όταν έχεις να κάνεις με κείμενα πολλών αναγνώσεων. Τα μεγάλα έργα τα κουβαλάς πάντα στην πλάτη σου. Γι’ αυτό ξαναδουλεύουμε τις παραστάσεις μας. Οπως τον «Ιωνα», δύο φορές, και θα τον ξανακάνουμε, τον Μαριβό, την «Αραβική νύχτα», τον «Αίαντα»... — Δεν σας περιορίζει κάπως αυτό; — Αντιθέτως, σου ανοίγει ορίζοντες. Πολλοί σκηνοθέτες κάνουν συλλογή παραστάσεων, όπως πολλοί τραγουδιστές κάνουν συλλογή «προσωπικών» δίσκων. Δεν το κατηγορώ. Αλλά εγώ πιστεύω ότι άμα ανοίξεις την πόρτα σ’ ένα έργο, δεν κλείνει ποτέ. Είναι εκεί και σου τραβάει τα σεντόνια. Δεν μπορείς να κοιμηθείς εύκολα.Κοινός παρονομαστής το ψάξιμο
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην αγαπημένη της Ελευσίνα, μία από τις τέσσερις κόρες ενός επιπλοποιού που κατάγεται από τη Μονεμβασιά και μιας μητέρας με ρίζες στην Κόνιτσα, που τη χάσανε νωρίς. Σπούδασε θέατρο στη σχολή Βεάκη και κλασικό τραγούδι με διάφορους δασκάλους. Τώρα ζει σε μια παλιά δίπατη μονοκατοικία στο Παγκράτι με τον σύζυγο και συνεργάτη της Βασίλη Μαντζούκη.Στο τραγούδι είναι χρόνια. «Εκανα πολλή νύχτα. Ζούσα από το τραγούδι. Τη σχολή τραγουδώντας την πλήρωνα». Στο ευρύ κοινό όμως έγινε γνωστή από τη συνεργασία της με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, σε πλήθος συναυλίες αλλά και σε δίσκους (Λαϊκεδέλικα, Διάφανος κ.ά.). Εχει μετάσχει και σε δίσκους άλλων βέβαια (πιο πρόσφατο «Τραγούδια για ουσίες» με Νταλάρα), ενώ και με τον άντρα της έβγαλαν τον δίσκο «Baumstrasse» κι ετοιμάζουν τώρα ένα live του «Kubara project».Ποικίλες ήταν και οι συνεργασίες της στο θέατρο, με επίκεντρο τα τελευταία χρόνια τη δουλειά με την ομάδα της στον Κρατήρα. Φέτος όμως συνέβη η θεατρική της «ανάδυση», με τις παραστάσεις εκτός Κρατήρα συν το γεγονός ότι σκηνοθετεί στο Εθνικό. — Τι σημαίνει για σας «Σκηνοθετώ στο Εθνικό»; — Ημουν ανήσυχη στην αρχή, γιατί στον Κρατήρα κάνουμε αυτό που θέλουμε χωρίς να δίνουμε λόγο σε κανένα. Ησύχασα όμως όταν είδα ότι το Εθνικό σήμερα δεν ενδιαφέρεται για «επιτυχίες», αλλά για ανθρώπους που πραγματικά δουλεύουν. Γι’ αυτό και πήρανε σύσσωμη την ομάδα και μια δουλειά που έχει αρχίσει από το 2005. Αυτό για μας είναι μια αναγνώριση. — Από Μαρία Φαραντούρη ώς Θανάση Παπακωνσταντίνου στο τραγούδι κι από Λυδία Κονιόρδου ώς τα παιδιά της ομάδας στο θέατρο, ποιος είναι ο κοινός παρονομαστής για σας; — Η αναζήτηση, η έρευνα. Οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάστηκα στο τραγούδι δεν κάνουν δυο επιτυχίες κι από κει και πέρα επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους. Γι’ αυτό και δεν με εμπόδισαν να τραγουδήσω αυτά που αγαπώ –από Κουρτ Βάιλ ώς Δημήτρη Λάγιο κι από Χατζιδάκι ώς το παραδοσιακό. Στο θέατρο πάλι, Κονιόρδου, Χατζάκης, Κεχαγιόγλου, η ομάδα, ενδιαφέρονται και για το τι είναι θέατρο, όχι μόνο για πώς θα παιχτεί καλά η Ηλέκτρα ή ο Αίας. Αυτοί, κι αρκετοί ακόμα –Χατζόπουλος, Κακάλας, Μαρμαρινός, Καραζήσης κ.ά.– δεν δίνουν στη δουλειά τους μια σίγουρη στρογγυλοκαθισμένη απάντηση. Οτι «εγώ έτσι κάνω», «έχω στίγμα», ας πούμε. Αλλά είναι ρωγμικοί, βλέπεις την αγωνία για τη σχέση κοινού με τον ηθοποιό, τι είναι ο ηθοποιός, όλο αυτό το πεδίο. Ετσι κινούμαι κι εγώ.
------------------------------------------------------------
2007: Βλέπεις εικόνες όταν τραγουδάς; Τις εικόνες που βλέπω τραγουδάω, εννοώ δεν μπορώ να τραγουδήσω αλλιώς. Μα ο στίχος βλέπεται κιόλας δεν τραγουδιέται μόνο. Τι θεωρείς ότι έχει σχηματίσει τον τρόπο που ερμηνεύεις; Τον τρόπο που ερμηνεύω, στο θέατρο ή στο τραγούδι, τον έχει σχηματίσει ό,τι με συγκινεί, ό,τι με άγγιξε και με αγγίζει. Ακόμα και πράγματα άσχημα, ντροπές σαχλαμάρες. Είναι τόσα πολλά και τόσο ετερόκλητα, θα έπρεπε να σου δείξω την ψυχή και το μυαλό μου για να καταλάβεις. Και να καταλάβω κι εγώ.
Τι ακούσματα σε συγκινούν; Σίγουρα τον πρώτο λόγο τον έχουν τα δημοτικά τραγούδια και η παραδοσιακή μουσική, όλου του κόσμου. Ένας συνθέτης που έχει επηρεάσει πολύ τον τρόπο που ακούω μουσική είναι ο Τομ Γουέιτς. Με τρελαίνει η Ουμ Καλσούμ. Από κει και πέρα ποιον να πρωτοπώ και ποιον ν’ αφήσω. Στραβίνσκι, Σοστακόβιτς, Κουρτ Βάιλ, Γιάννης Χρήστου, Χατζιδάκις, Τούντας, Βαμβακάρης κι άλλοι, κι άλλοι….
Τι καινούργιο σε απασχολεί σε σχέση με τη μουσική; Το «καινούργιο» που με απασχολεί είναι το παλιό θέμα της ελευθερίας στη δημιουργία και της εμπιστοσύνης στη στιγμή. Θα ήθελα οι καλλιτέχνες και τα έργα τους να βγαίνουν προς τα έξω με τις ρωγμές και τις αδυναμίες τους. Να μην φοβούνται και να μην θέλουν σώνει και καλά να είναι αρεστοί.
Όταν ο κόσμος φωνάζει « Μάρθα σ’ αγαπάμε» τι σκέφτεσαι; Κάθε φορά με πιάνει απροετοίμαστη. Σκέφτομαι ότι κάτι που ως τώρα άκουγα από τους φίλους και τους συγγενείς μου το ακούω από ανθρώπους που δεν ξέρω. Είναι σαν να μεγαλώνει η οικογένειά μου. Μακάρι να ισχύει.
Είσαι πρώτα ηθοποιός ή τραγουδίστρια; Δεν ξέρω και να σου πω την αλήθεια δεν θέλω να μάθω.
Είδες ποτέ μια αξέχαστη παράσταση; Την παράσταση των Βακχών από τους Hollandia πρόπερσι στο Ηρώδειο. Την σκέφτομαι μέρα παρά μέρα.
Η σχέση με το θέατρο πως εξελίσσεται; Η σχέση μας πηγαίνει πάρα πολύ καλά. Έχω την ομάδα μου, τους «Δρόμος με δέντρα» έχουμε τον Κρατήρα, τον χώρο μας, κι έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας. Δεν «χρησιμοποιώ» το θέατρο για βιοποριστικούς λόγους ούτε θα παίξω οπουδήποτε μόνο για να βλέπω το όνομά μου στις διανομές
Υπάρχει κόστος λόγω αυτής της επιλογής; Αν υπάρχει λέει…Νομίζω όμως ότι αξίζει που επιμένω. Έχω περάσει φάσεις δύσκολες οικονομικά και θα περάσω κι άλλες αν χρειαστεί
Ποια είναι τα μέρη που σου αρέσουν στην Αθήνα; Μ’ αρέσει το Μεταξουργείο, ο Κεραμεικός, η Ομόνοια, η Ευριπίδου, η Ζήνωνος, η Σοφοκλέους, η πλατεία Βαρνάβα στο Παγκράτι. Μου αρέσει πολύ η Αθήνα.
Και ο τόπος που γεννήθηκες; Στην Ελευσίνα μου αρέσει να επιστρέφω. Μόλις περνάω το Σκαραμαγκά λέω ωραία, εδώ είναι τα μέρη μου, κρυμμένα κάτω και πίσω από τη βλακεία του κράτους και των ανθρώπων.
{tab=κιθάρα} Καθαρά Δευτέρα κι εγώ ψάχνω στην περιοχή της Ιερά Οδού, ένα στενό όπου βρίσκεται καλά κρυμμένο μυστικό ο επονομαζόμενος «Κρατήρας», χώρος δράσης και της ομάδας «δρόμος με Δέντρα». Από το όνομα κιόλας παρασύρεσαι σε ένα παραμύθι παιδικό και συνάμα ενηλικιωμένο. Καλύτερη οικοδέσποινα δε θα μπορούσα να ζητήσω από την Μάρθα Φριντζήλα, που χαράζει την καλλιτεχνική της πορεία χωρίς φανφαρονισμούς, αλλά με αγάπη και μεράκι γι’ αυτό που ονομάζουμε Τέχνη. Σκηνοθετεί, παίζει, ερμηνεύει, τραγουδά, μας μαγεύει με το μπρίο και την προσωπικότητά της. Σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων ή σαν άλλος Δον Κιχώτης, δε γνωρίζω, εσείς θα επιλέξετε!
Από τη Φιλουμένα Ζλατάνου. - Να αρχίσουμε μιλώντας για τον «Κρατήρα», αφού βρισκόμαστε και «μέσα» του; - Λοιπόν, ο «Κρατήρας» ήταν ένας χώρος τον οποίο βρήκαν κάποια παιδιά πριν από 4 σχεδόν χρόνια. Ήταν ένα παλιό συνεργείο της Citroen γεμάτο κουφάρια αυτοκινήτων, πετρελαιωμένο πάτωμα με παλιό τσιμέντο, χωρίς θέρμανση, χωρίς φως. Μεταφερόταν το συνεργείο αυτό και έτσι τα παιδιά νοίκιασαν αυτό το χώρο, δίχως να ξέρουν τι να το κάνουν. Τότε συναντηθήκαμε με τα παιδιά, ενώ ψάχναμε με την ομάδα μου, «δρόμος με δέντρα», χώρο. Ήρθαμε, το είδαμε, εγώ ενθουσιάστηκα, τα παιδιά απογοητευτήκανε, γιατί καταλάβανε ότι είναι δύσκολο να φτιαχτεί. Εγώ επειδή είμαι ρομαντική, είπα «δεν πειράζει, θα γίνει σιγά-σιγά». Αρχίσαμε το καθάρισμα, το οποίο διήρκησε ένα τρίμηνο. Μετά μας έκανε δώρο ο πατέρας μιας κοπέλας της ομάδας τα τσιμέντα και κάναμε την πρώτη μας παράσταση, τον Ίωνα, με πολύ τσαμπουκά. Μετά ήρθαν οι Sinequanon φτιάξανε το πάτωμα του χορού, αργότερα άλλος έβαλε τα φώτα, άλλος έφερε ξυλεία και έφτιαξε τους δίπλα χώρους... Σιγά-σιγά φτιάχνεται, βέβαια τα προβλήματα είναι πολλά, καθώς δεν έχει επαρκή θέρμανση, με αποτέλεσμα το καλοκαίρι να γίνεται βραστήρας και το χειμώνα γίνεται ψυκτήρας, αλλά το θέλαμε τόσο πολύ να έχουμε ένα χώρο δικό μας, να δείχνουμε τη δουλειά μας, που πλέον έχει γίνει το σπίτι μας. - Είστε λίγο σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων ή σαν τον Δον Κιχώτη; - Νομίζω πιο δονκιχωτισμό θυμίζει αυτή η φάση. Είμαστε εκτός εποχής. Όπως ο Δον Κιχώτης ήταν εκτός εποχής γι’ αυτό δεν μπορούσε να δεχτεί ότι δεν υπάρχουν ιππότες και έχρισε τον εαυτό του ιππότη, έτσι κι εμείς δε δεχόμαστε ότι δε γίνεται θέατρο μόνο από τη ψυχή. Εμείς πιστεύουμε ότι και θέατρο γίνεται και χορός και πάρτυ... - Στην εποχή μας δεν είναι λίγο δύσκολο αυτό; Διάβασα ότι δεν ασχολείστε καθόλου με δελτία τύπου και τέτοιου είδους προώθηση της δουλειάς σας η οποία δεν κρίνεται απαραίτητη για να μάθει ο κόσμος τι κάνετε; - Αν ήταν ένας χώρος ο οποίος έβγαζε σαιζόν, με την κάθε παράσταση να πηγαίνει έξι μήνες για παράδειγμα, θα χρειαζόταν να ανανεώνεις το κοινό συνεχώς. Εμείς δεν πιστεύουμε σε αυτές τις παραστάσεις, οι οποίες είναι για να βγάζουν κέρδος οι θεατρώνες ή οι επιχειρηματίες. Εμείς κάνουμε ένα έργο, ανοίγουμε ένα μέρος των προβών στο κοινό, το ξανακλείνουμε για να δουλέψουμε πάλι. Κι αυτό κυκλοφορεί στο χώρο, με μηνύματα, αφίσες, προσκλήσεις... - Και η επιβίωση; - Έχουμε πάρει απόφαση ότι θα δουλεύουμε αλλού για να μπορούμε να κάνουμε εδώ αυτό που πραγματικά θέλουμε. Μακάρι να γινόταν να πίστευε κάποιος πολύ σε αυτό, το κράτος ας πούμε και να μας πλήρωνε να συνεχίζουμε να το κάνουμε, να ανεβάζουμε δωρεάν παραστάσεις, μαθήματα, σεμινάρια, παραστάσεις καραγκιόζηδες, γιορτές κι εκδηλώσεις, που όλα γίνονται δωρεάν. Όλοι μας δίνουμε λεφτά σε αυτό το χώρο για να τον φτιάχνουμε, δε θέλουμε να έχουμε οικονομική σχέση με αυτά που γίνονται εδώ διότι αυτά δεν πληρώνονται, είναι η καθημερινότητά μας.
- Εάν κάποιος ενδιαφερόταν να μπει στον «Κρατήρα», τι προσόντα θα έπρεπε να έχει; - Υπάρχουν παιδιά που παρακολουθούν τις πρόβες και κάποια στιγμή μπαίνουν και στις παραστάσεις. Είτε τους αφομοιώνει ο χώρος, είτε τους βγάζει απέξω. Πολλά άτομα ήρθαν αλλά δεν άντεξαν το βάρος, να ξέρουν ότι πέρα από το νοίκι τους και τα έξοδά τους, έχουν άλλο ένα σπίτι να φροντίζουν. Είναι ομαδική δουλειά. - Άρα, θεωρείστε μια δημιουργική παρέα; - Μέχρι στιγμής από τη συνεργασία μεταξύ της ομάδας της δικής μας, των ακροβατών, του χορού έχει αποδειχθεί ότι πρόκειται για μια πολύ δημιουργική διαδικασία και είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. - Στις μέρες μας πιστεύετε ότι υπάρχουν δημιουργικές παρέες; - Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλές, αλλά δεν είναι πολύ τολμηροί οι νέοι άνθρωποι. Βλέπω ένα παιδί που τελειώνει τη σχολή και περιμένει να τον πάρουν τηλέφωνο για να παίξει κάπου, να κάνει ένα μικροονοματάκι για να παίξει μετά στο θέατρο. Δε συνεχίζει μόνο του την εκπαίδευση. Έχει μπει στη μέση η καριέρα η οποία δεν πιστεύω ότι μπορεί να συμβαδίσει ποτέ με την αγάπη για ένα πράγμα. Ή θα αγαπάς αυτό που κάνεις ή θα αγαπάς τον εαυτό σου και θα θες να κάνεις καριέρα. Αν αγαπάς αυτό, το αφήνεις να σε οδηγεί, και τότε τι να την κάνεις την καριέρα; - Ποιες είναι οι φιλοδοξίες σας γι’ αυτό που κάνετε; - Η μόνη μου φιλοδοξία είναι να μην πάψω ποτέ να ενδιαφέρομαι γι’ αυτό, να μην ταράζομαι στον ύπνο μου από το όραμα που έχω. Δε θέλω να σκέφτομαι που θα πάρω περισσότερα χρήματα. Βέβαια, δεν ξέρω αν ήταν άλλες οι συνθήκες, αν είχα οικογένεια, παιδιά και δεν είχα ζήτηση, με άλλα λόγια δεν κατηγορώ όσους κάνουν κάτι παρόμοιο, αρκεί να είναι οι ίδιοι ικανοποιημένοι με αυτό που κάνουν. - Τι ακολουθείτε περισσότερο, την καρδιά ή το μυαλό; Και τι πιστεύετε ότι πρέπει να ακολουθεί ο άνθρωπος για να βρει την ισορροπία του; - Και τα δύο. Όταν το μυαλό είναι ανήσυχο δεν μπορεί να ησυχάζει η καρδιά και αντίστροφα. - Μια κλασσική ερώτηση από όλους όσους σας παρακολουθούν είναι τι είστε τελικά; Τραγουδίστρια, ηθοποιός, σκηνοθέτης; - Μαγείρισσα! (γελώντας) Δεν ξέρω και δε με ενδιαφέρει να έχω ταυτότητα γιατί πιστεύω ότι από τη στιγμή που οι άνθρωποι αποκτούν ταυτότητα χάνουν την παιδικότητά τους. Θέλω να κάνω αυτά που θέλει η ψυχή μου να κάνω. - Τι σημαίνει ο όρος καλλιτέχνης για εσάς; - Νομίζω ότι είναι ένα ανήσυχο πνεύμα που η μοίρα του, του όρισε να ακολουθήσει ένα δρόμο και όταν δε βρίσκεται σε αυτό το δρόμο δεν είναι ευτυχισμένος. - Διάβασα το καλοκαίρι σε αρκετά από τα κείμενα που γράφει ο Σταμάτης Κραουνάκης, για εσάς πολύ κολακευτικά λόγια και έχω τύχει σε συναυλίες του Θανάση Παπακωνσταντίνου να σας αποθεώνουν. Πώς το δέχεστε αυτό; - Ο Σταμάτης Κραουνάκης θεωρώ ότι είναι πολύ βαθιά μπλεγμένος με αυτό το πράγμα, πολύ ανήσυχος και με συγκινεί πολύ που ταυτίζεται με αυτό που κάνω και το εκτιμά. Θα με στεναχωρούσε να έλεγε κάποιος «ποια είναι αυτή, κατεβάστε την!». Για τον κόσμο αισθάνομαι ότι μου μιλάνε σαν να είναι συγγενείς μου και με νοιάζονται, σαν να μεγαλώνει η οικογένεια μου. Είναι και λίγο τρομακτικό όμως, γιατί λες, που με ξέρουν. Δεν είναι μόνο ο θαυμασμός, είναι ορισμένες φορές μια περίεργη ταύτιση. Ο καθένας θέλει κάτι διαφορετικό από σένα. Όσο μπορώ να μην καμώνομαι, να μην κάνω πράγματα μόνο για να αρέσουνε, τότε θα υπάρχει ισορροπία. Δε νιώθω κάποια περηφάνια επειδή είμαι πάνω στη σκηνή. Το πράγμα φτιάχνεται ανάμεσα σε αυτόν που εκπέμπει και σε αυτόν που το δέχεται. Το πιο σημαντικό από όλα είναι τα τραγούδια. - Τι γνώμη έχετε για τα πρότυπα, τα ινδάλματα; Για κάποιους και εσείς μπορεί να αποτελείτε πρότυπο. - Δεν πιστεύω στα πρότυπα. Πιστεύω στους ανθρώπους που μπορεί να σου δείχνουν έναν δρόμο που δεν τον είχες δει. Δεν είναι μόνο αυτό που βλέπεις. Υπάρχει η καθημερινότητα του καθενός με τα προβλήματα, τις υστερίες του. Τους ανθρώπους τους οποίους έχω πιστέψει τους νιώθω σαν χεράκια που μου δείχνουν το δρόμο κι αυτό μπορεί να γίνει και εν αγνοία του άλλου. - Τι χρειάζεται για να νικηθεί η ματαιοδοξία που γεννά η φήμη, να μην «καβαλήσει κάποιος το καλάμι». - Να καταλάβεις ότι δεν είσαι τίποτα άλλο από ένα δοχείο, το οποίο είναι φτιαγμένο να φιλοξενεί ήχους, νοήματα και αν κάποια στιγμή καταφέρεις να αδειάσεις από τον εγωισμό ή από τα μικρά πραγματάκια που καθημερινά σε τρελαίνουν θα σε επισκεφτεί μια ουσία την οποία θα μεταγγίσεις. Δεν είμαστε τίποτα άλλο από δοχεία. - Την έχετε βρει την ισορροπία σας; - Δεν ξέρω... Το μόνο που ξέρω είναι ότι δε θυσιάζω κάποια πράγματα, αν αυτό μπορεί να ειπωθεί ισορροπία. Την ησυχία μου, για παράδειγμα, να μην κάνω κάτι και μετά να μην μπορώ να κοιταχτώ στον καθρέπτη. Να μην κάνω εκπτώσεις. - Η αποτυχία μας διδάσκει; Κι αν ναι, τι; - Μας διδάσκει ό, τι και η επιτυχία. Ότι δεν ισχύει τίποτα, ότι αυτό που κάποιος θεωρεί επιτυχία, μπορεί να είναι αποτυχία στην πραγματικότητα. Όπως λέει στον Αίαντα ο Σοφοκλής «τους φίλους πρέπει να τους έχεις τόσο φίλους σαν να ήταν να γίνουν μετά εχθροί και τους εχθρούς σου τόσο εχθρούς σαν να ήταν να γίνουν φίλοι σου». Έτσι και τις επιτυχίες να της θεωρείς σαν εν δυνάμει αποτυχίες και τις αποτυχίες σαν εν δυνάμει επιτυχίες. - Χρειαζόμαστε τα λάθη; - Φυσικά και τα χρειαζόμαστε. - Μα δε μας καταρρακώνουν; Δε μας κάνουν κάποιες φορές να τα παρατάμε όλα; - Πιστεύω ότι υπάρχουν ισχυρές δυνάμεις που μας σπρώχνουν. Δε νομίζω ότι μια λάθος κίνηση μπορεί να σε κάνει να τα παρατήσεις όλα. Και τι είναι μια λάθος κίνηση; Δεν ξέρω ακριβώς. Ποιος μπορεί να το καθορίσει το λάθος; Αν κάποιος είναι ικανοποιημένος με αυτά που έκανε τότε γι’ αυτόν δεν είναι λάθη. - Ποια είναι τα όρια της σχέσης κοινού και ερμηνευτή; - Θα σου πω κάτι που μου είχε πει ένα παιδί από την ομάδα μια μέρα που ήμουν πολύ στεναχωρημένη γιατί κάτι δεν είχε πάει καλά στην βραδινή συναυλία. «Κοίταξε, μου λέει, αυτός που είναι πάνω στη σκηνή είναι σαν ένα φωτάκι, το οποίο μόλις ανάψει θα μαζευτούν πρώτα όλα τα μυγάκια. Αυτό που έχει να κάνει το φως είναι να λάμψει περισσότερο. Όσο λοιπόν είσαι αναμμένος και φωτίζεις, δε μπορεί να σε βλάψει τίποτα». Όσο έχεις ενέργεια και είσαι στη πρίζα δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα. - Όταν τραγουδάτε φαίνεται ότι δίνεστε ολόψυχα εκείνη τη στιγμή και μεταδίδετε ποίκιλα συναισθήματα στο κοινό. Πως το πετυχαίνετε αυτό; - Κάποια στιγμή ενώ τραγουδούσα, έγινε ησυχία και έτσι άκουσα τον εαυτό μου και σκέφτηκα «α, καλά το λες» και ξέχασα τα λόγια. Δηλαδή πήρα τον εαυτό μου πιο σοβαρά από ότι το ίδιο το τραγούδι, θεώρησα εμένα πιο σημαντική από το τραγούδι ενώ το τραγούδι είναι πιο σημαντικό. Σημασία έχει να πεις στον άλλο το τραγούδι, να ακουστεί το τραγούδι και να ψάξει να το βρει ο ακροατής. Ο τραγουδιστής να έχει στο μυαλό του να πει το τραγούδι να το δουλέψει, να είναι σωστός και μουσικά να βλέπει εικόνες και να λέει τα λόγια και αυτές οι εικόνες να του γεννάνε συναισθήματα και να είναι σε μόνιμη επικοινωνία με το θυμικό του όταν τραγουδάει. Να μην είναι διεκπεραιωτής ή νάρκισσος, όσο γίνεται, διότι δεν είναι εύκολο. Το τραγούδι είναι σαν το σ’ αγαπώ που θέλεις να πεις και να το καταλάβει ο άλλος. Αν είσαι άδειος από τον εγωισμό και το ναρκισσισμό τότε θα σε επισκεφτεί το τραγούδι και θα μπορέσεις να το πεις. Δεν είναι εύκολο ούτε θεωρώ ότι μου συμβαίνει συχνά. Ένα τραγούδι είναι πάντα πιο έξυπνο από σένα. - Τι σας έχει δώσει η συνεργασία σας με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου εκτός από τα της μουσικής; - Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου είναι για μένα από αυτούς τους ανθρώπους που θεωρώ ότι έχουν πάθει μια βλάβη. Ενώ έχει την οικογένεια του, τη δουλειά του, το σπίτι του, την καθημερινότητά του, τον τρώει κάτι, έχει πάθει βλάβη και αυτό το θεωρώ μεγάλο προσόν. Έχει μία σχέση πολύ βαθιά με τη μουσική. Ενώ είναι ένας άνθρωπος πολύ σοβαρός, έξυπνος και μετρημένος, στα τραγούδια βγάζει ένα τελείως άλλο χαρακτήρα, τελείως διονυσιακό. Η συνεργασία μου μαζί του μου έχει δώσει έναν συγγενή, που τον νοιάζομαι, που θέλω να ξέρω τι κάνει, θέλω να ακούσω αν έγραψε κάτι ή να ακούσω κάτι παλιό που δεν το ξέρω... Έχω βρει ένα συγγενή και αισθάνομαι πολύ τυχερή γι’ αυτό. - Υπάρχει φαντασία στις μέρες μας; τη χρειαζόμαστε; - Βεβαίως τη χρειαζόμαστε. Φαντασία είναι το κλειδί που ξεκλειδώνει όλες τις πόρτες, που σε κάνει να μην έχεις πόδια και να τρέχεις Μαραθώνα, να μη σου φτάνει ο χρόνος και να έχεις όλο το χρόνο δικό σου. Φαντασία είναι η μόνη παρηγοριά και ευτυχώς που δεν την ελέγχουμε. - Ποια πρέπει να είναι η σχέση μεταξύ ερμηνευτή και μουσικού; - Είναι αλήθεια ότι συνήθως σε αυτό το χώρο είναι τα πράγματα προσωποκεντρικά. Ψάχνουμε φιγούρες που θα πληρούν κάποιες προϋποθέσεις και τις φωτίζουμε για να είναι αυτοί που φαίνονται κάθε φορά και τριγύρω υπάρχουν ανθρωπάκια που του βαράνε για να χορεύει. Εγώ πιστεύω στο μουσικό-δημιουργό και στον τραγουδιστή-δημιουργό. Είναι φυσικό το κοινό να ταυτίζεται περισσότερο με αυτόν που μεταφέρει τον κώδικα, τα μηνύματα, λέει τα λόγια και έχει τη φωνή, διότι δεν παίζουν όλοι ένα όργανο αλλά όλοι τραγουδάμε και είμαστε πιο κοντά σε αυτόν που τραγουδάει. Όμως αν ο μουσικός είναι ο ίδιος δημιουργός είναι το ίδιο φωτεινός κι αυτός. Εγώ ανησυχώ αν δεν είναι καλά ένας μουσικός, αν δεν αισθάνεται καλά ή αν δεν ακούει το μόνιτόρ του. Δεν μπορώ να ησυχάσω. - Πως βλέπετε τη μουσική βιομηχανία στις μέρες μας; Γράφονται καλά τραγούδια; - Τραγούδια γράφονται και θα γράφονται πάντα και καλά τραγούδια. Το εμπόριο είναι το θέμα. Εγώ έχω περίεργη σχέση με αυτό και σκεφτόμουν να μη δισκογραφήσω ποτέ, διότι δε με ενδιέφερε να πουλάει μια εταιρία ένα δίσκο όπου θα τραγουδάω εγώ αυτά που μου αρέσουν για να βγάζει λεφτά η εταιρία και να με χρησιμοποιεί. Δε μου αρέσει καθόλου πως προβάλλουν τους ανθρώπους, ούτε που το ένα πουλάει, το άλλο δεν πουλάει, δε μπορώ να το σκεφτώ ότι αυτό που θα κάνω είναι για πούλημα. Θα προτιμούσα να βγάζω δίσκους με την παρέα μου και να τους αντιγράφουμε. Θα γράψουμε βέβαια και με το Θανάση και με τους Walter Testa, όμως θα ήθελα να μείνω εκτός συστήματος, δε με ενδιαφέρει καθόλου η γνώμη που έχει το σύστημα για μένα. - Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μια έξαρση στη δημιουργία μικρών, οικογενειακών ας το πούμε εταιριών. Πιστεύετε ότι είναι οι μικρές εταιρίες το μέλλον ή το ίντερνετ είναι προτιμότερο; - Και τα δύο νομίζω. Και ο Θανάσης κάνει δική του εταιρία και πολλοί κάνουν δική τους εταιρία, για να βγάζουν τα δικά τους ψωμιά από το φούρνο. Και το ίντερνετ θεωρώ πως είναι καλή άκρη, για την γνωριμία. Οτιδήποτε βγαίνει μαζικά και εμπορικά εμένα με τρομάζει, όπως και το να έχει τόσο πολύ κόσμο στις συναυλίες... - Άλλοι επιζητούν να τραγουδήσουν σε γήπεδα με χιλιάδες κόσμο. - Το γήπεδο όμως δεν είναι για τη μουσική, το γήπεδο είναι για το σόου. - θα προτιμούσατε δηλαδή ένα κοινό μικρό που να είναι αφοσιωμένο κατά τη διάρκεια της συναυλίας; - Και τα δύο, διότι υπήρξαν στιγμές με το Θανάση, που παίξαμε μπροστά σε 6.000 κόσμο και ήταν μαγικά, όλα μεγεθύνθηκαν μέσα μου. Σαν να τραγουδούσες σε 12.000 αυτιά και μερικές στιγμές ήταν τόσο κοντά σου, σαν να τους ψιθύριζες. Δεν είναι όμως εμένα ο στόχος μου να γεμίζω γήπεδα, ο στόχος είναι να τραγουδάω. Δε θέλω να είμαι αφοριστική απλά δε μπορεί να είναι ο στόχος σου να γεμίζεις γήπεδα... - Ποια είναι η σχέση σας με τις δημόσιες σχέσεις, με την τηλεόραση, τα διάφορα έντυπα; - Τηλεόραση δεν έχω καν στο σπίτι μου. Στα 17 μου αποφάσισα να μην έχω τηλεόραση. Βλέπω DVD με έναν προτζέκτορα που έχουμε στον «Κρατήρα», ακούω ραδιόφωνο. Προτιμώ να επικοινωνώ με ανθρώπους του ραδιόφωνου από το να εμφανίζομαι στην τηλεόραση. Δε θέλω να λέω όμως μεγάλα λόγια διότι μπορεί κάποια στιγμή να πω «αυτός μου αρέσει, θέλω να βγω στην εκπομπή του». Μέχρι στιγμής όμως δε με ενδιαφέρει καθόλου. Μου αρέσει να μιλάω για τον «κρατήρα», για αυτά που κάνουμε με τον Θανάση και τους Walter Testa. - Μιλήστε μου λίγο για την ομάδα σας, την «Δρόμος με δέντρα». Καταρχήν πως προέκυψε το όνομα; - Βλέπαμε ένα βιβλίο με ζωγραφιές και μας άρεσαν πολύ δύο από αυτές. Η μία λεγόταν το «βραβευμένο μήλο» και η άλλη «δρόμος με δέντρα». Και αποφασίσαμε να την ονομάσουμε «Δρόμος με δέντρα», που δεν είναι ούτε βραβευμένος ούτε τίποτα. Ξεκινήσαμε το 2000 με κάποια παιδιά που ήμασταν μαζί από το 1996 στη θεατρική ομάδα του πανεπιστημίου. Κάναμε τον Ίωνα του Ευριπίδη, μετά βρήκαμε τον «Κρατήρα», δουλέψαμε κείμενα του Ρίλκε και κάναμε την «κληρονομιά» του Μαριβό και τώρα κάνουμε τον «Αίαντα» του Σοφοκλή. Έχουμε φτιάξει μια ομάδα πολύ αγαπημένη. - Τι θεωρείτε ποιο σημαντικό για την καλλιτεχνική πορεία ενός ανθρώπου, το ταλέντο ή η σπουδή; - Ένα κούτσουρο άμα σπουδάσει δε θα σταματήσει να είναι κούτσουρο. Και η αγωνία, η ανάγκη να σπουδάσεις είναι κι αυτά ταλέντο. Αν κάποιου όμως το έχει η μοίρα του, όπως λέω εγώ, θα γίνει. Η σπουδή φυσικά βοηθάει, σε κρατάει σε εγρήγορση, αλλά και η ζωή είναι σπουδή. Κανείς δεν ξέρει να ζει, όλοι το σπουδάζουμε. Έτσι και στην τέχνη, τη σπουδάζεις συνέχεια. - Πιστεύετε ότι μας καθορίζουν οι επιρροές από το περιβάλλον μας ή οι επιλογές μας; - Και τα δύο. Βέβαια όσο πιο ισχυρή είναι μια επιλογή, τόσο λιγότερο αχνοφαίνεται το περιβάλλον. Μια ισχυρή επιλογή εξαφανίζει το περιβάλλον. - Είστε άνθρωπος που παίρνει ρίσκα; - Ανάλογα τι θεωρεί ο καθένας ρίσκο. Δεν έχω αισθανθεί ότι ρισκάρω την ψυχική μου υγεία κάνοντας κάτι. - Πιστεύετε ότι μέσα από τα ταξίδια, τα βιβλία, τη μουσική και την τέχνη στο σύνολο της, μπορούμε να βρούμε τον εαυτό μας; - Υπήρξαν καλλιτέχνες που δεν ταξίδεψαν ποτέ, άνθρωποι που δε διάβασαν ποτέ. Δεν ξέρω αν έχει σημασία να βρεις τον εαυτό σου, ποτέ δε θα τον βρεις τον εαυτό σου. Δεν ξέρουμε και δε θα μάθουμε παρά ίσως πριν αφήσουμε την τελευταία μας πνοή. Είμαστε τόσα διαφορετικά πράγματα. - Γράφετε τραγούδια; - Γράφω στίχους και φτιάχνω μελωδίες. Με βοηθάει πολύ ο Βασίλης (σ. σ. Μαντζούκης) που είναι μουσικός. Όταν κάτι μου αρέσει πολύ, όπως ένα βιβλίο, με πιάνει εκείνη τη στιγμή και το τραγουδάω. - Θα δώσετε μια συμβουλή σε όλους όσους διαβάσουν αυτή τη συνέντευξη; - Να αγαπάνε τους ανθρώπους γύρω τους και να τα βρούνε με τους γονείς τους, αν δεν τα έχουν βρει, και να ψάχνουν τους συγγενείς τους, να μη νιώθουν ότι είναι μόνοι τους και κανείς δεν τους καταλαβαίνει. - Σας ευχαριστώ, χάρηκα πάρα πολύ. - Κι εγώ χάρηκα!
{tab=Ελευθεροτυπία}
Τη μια σκηνοθετεί στο Εθνικό Θέατρο. Την άλλη τραγουδάει στο «Μετρό». Η Μάρθα Φριντζήλαπου ξεκίνησε από εναλλακτικούς χώρουςαποδεικνύει ότι είναι των μεγάλων αποστάσεων. Και στο θέατρο και στο τραγούδι Είναι η εξαιρετική γυναικεία φωνή που μας σύστησε ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου στα λάιβ του, η γήινη φωνή που έδινε ιδιαίτερο άρωμα στα παραδοσιακά τραγούδια. Η ίδια όμως αισθάνεται περισσότερο άνθρωπος του θεάτρου. Ίσως γιατί το θέατρο είναι ο χώρος στον οποίο η Μάρθα Φριντζήλα έδωσε συνειδητά την ψυχή της, επιμένοντας σε ένα όραμα που θυμίζει την όρεξη και την αγνότητα του ερασιτέχνη και ταυτόχρονα την επιμονή του δρομέα μεγάλων αποστάσεων. «Είμαι από το ΄93 στον χώρο» λέει «κι έχω κάνει 12 παραστάσεις, αλλά σε εναλλακτικούς χώρους. Φέτος είναι οι πρώτες σκηνοθεσίες μου στο "επίσημο" θέατρο».
Τέσσερα έργα θα έχουν (μέχρι τον Μάιο) τη δική της υπογραφή στο... επίσημο θέατρο, αλλά το «ρεπερτόριο» είναι ανεξάντλητο, η φόρα μεγάλη κι έτσι στον ελεύθερο χρόνο της «περνάει» κι από το «Μετρό» (τις Τετάρτες) μαζί με το γκρουπ της (Τhe Koubara Ρroject). Εντός ολίγου μάλιστα θα έχουμε στα χέρια μας τον δεύτερο δίσκο τους. ΙΝFΟ Μάρθα Φριντζήλα, «Τhe Κubara Ρroject», Τετάρτες στο «Μετρό» (Γκύζη και Κάλβου 83, τηλ. 210- 6461.980) Σφικτό το πρόγραμμά σας φέτος. Εξαντλητικό. Προσωπική ζωή πότε προλαβαίνετε να έχετε;
«Μη νομίζετε ότι είμαι κανένας ποντικός των σκοτεινών αιθουσών που συνέχεια ψάχνει. Απλώς ζω μέσα στο θέατρο και τη μουσική. Και το τραγούδι για μένα είναι μια διέξοδος, ένα διάλειμμα απ΄ όλη την σκέψη του θεάτρου. Φυσικά προλαβαίνω κι έχω προσωπική ζωή- με τον άντρα μου συνεργαζόμαστε, είναι μουσικός. Κι όλοι μας οι φίλοι είναι απ΄ αυτό τον χώρο. Το τραγούδι είναι επάγγελμα και χόμπι μαζί».
Μοιάζει ιδανική κατάσταση αυτό που ζείτε...
«Νομίζω ότι είναι κοντά στο ιδανικό. Να κάνεις αυτό που έχεις επιλέξει, με τον τρόπο που θέλεις, να βιοπορίζεσαι απ΄ αυτό και να συνεργάζεσαι με φίλους, ανθρώπους που εκτιμάς».
Τι πήρατε από τη συνεργασία με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου;
«Πάρα πολλά. Κατ΄ αρχήν, θάρρος γι΄ αυτό που κάνω. Γι΄ αυτό που είμαι. Στο θέατρο, ακόμη και σε παραστάσεις που χρειαζόταν να τραγουδήσω, είχα το άλλοθι του ρόλου. Όταν βγαίνεις όμως με τ΄ όνομά σου και βγαίνεις σε ένα μεγάλο κοινό, κάνεις τη δική σου ερμηνεία πάνω στο τραγούδι. Έπειτα, η τακτική έκθεση σε βελτιώνει. Και μαθαίνεις και πράγματα για τη συνεργασία με τους μουσικούς. Μια παρέα ήμασταν όλοι- όπως τώρα στο Κubara Ρroject. Ο άντρας μου, ο κουμπάρος μας, οι φίλοι μας...». Στο θέατρο ζείτε διάφορες πτυχές του εαυτού σας παίζοντας ρόλους κι αυτό είναι σίγουρα ενδιαφέρον και γοητευτικό. Το τραγούδι τι σας προσφέρει;
«Εξελίσσομαι ως άνθρωπος- και με το τραγούδι. Συναντάς πράγματα, ακούς τον εαυτό σου να λέει λόγια. Ρόλοι είναι κι αυτοί. Το τραγούδι προσφέρει απίστευτες εμπειρίες».
Τέσσερις παραστάσεις και βαριετέ
Ο θεατρικός χάρτης της Αθήνας θα έχει σε τέσσερα σημεία την υπογραφή της Μάρθας Φριντζήλα: τον Μάιο θα ανεβάσει τον «Αίαντα» του Σοφοκλή στο Εθνικό Θέατρο, ενώ ήδη παίζονται σε δική της σκηνοθεσία «Το τυφλό σημείο» του Γιάννη Μαυριτσάκη, η «Κατερίνα Ισμαήλοβα» και η «Αραβική νύχτα». Ο προσωπικός της χάρτης όμως δεν εξαντλείται στο σανίδι. Έχει ανάγκη και από πάλκο. Από τα μέσα Φεβρουαρίου η ίδια και το γκρουπ της- Τhe Κubara Ρroject- ενώνουν διάφορες μουσικές σε ένα μουσικοθεατρικό βαριετέ που θα περιλαμβάνει από Βαμβακάρη μέχρι Σινάτρα και κάθε Τετάρτη περιμένουν τους φίλους τους στη μουσική σκηνή «Μετρό» Θέατρο με σόμπες και τσάι
Πόσο εύκολο είναι να κρατηθεί κανείς τόσα χρόνια εκτός θεατρικού κέντρου; «Για μένα ήταν εύκολο- εκτός από τις οικονομικές δυσκολίες. Ποτέ δεν σκέφτηκα "τι θα κάνω, γαμώτο, που είμαι στην αφάνεια". Και τώρα θα εξακολουθήσω να κινούμαι και να δουλεύω με τον ίδιο τρόπο. Από το ΄96 είχαμε φτιάξει ομάδα και ανεβάζαμε παραστάσεις». Γ ια να ανεβάσει κανείς μια παράσταση χρειάζεται χώρο. Κ αι χρήματα... «Αν θέλει κάποιος να κάνει κάτι, το κάνει. Το ίδιο λέω και στα παιδιά- γιατί τώρα διδάσκω και στη Σχολή του Εθνικού. Μην περιμένετε ιδανικές συνθήκες για να ξεκινήσετε. Πηγαίνετε και παίξτε στις πλατείες, στα μπαρ. Εμείς νοικιάζαμε έναν χώρο στον Κεραμεικό, ένα παλιό συνεργείο ήταν και τον χειμώνα ζεσταινόμαστε με σόμπες. Στο κοινό μοιράζαμε φλις και ζεστό τσάι. Τσαγιέρες είχαμε πολλές...». Λιγάκι ρομαντικό ακούγεται αυτό... «Καθόλου ρομαντικό. Πραγματικό είναι. Κι ευτυχώς οι εναλλακτικοί χώροι πληθαίνουν- και θα πληθαίνουν όλο και περισσότερο. Άμα θέλεις να κάνεις θέατρο και όχι καριέρα, βρίσκεις λύσεις».
{tab=Φουαγιέ}
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ: Η λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ ΤΙΤΛΟΣ: Η λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ ΣΥΝΤΑΞΗ: ΜΑΡΙΑ-ΕΛΕΝΗ ΚΩΤΣΑΚΗ Η Κατερίνα Ισμαήλοβα, η λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ διασκευάστηκε σε θεατρικό έργο από τη σκηνοθέτιδα Μάρθα Φριντζήλα και είναι βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Νικολάι Λεσκόφ και του λιμπρέτου της όπερας του Ντιμίτρι Σοστακόβιτς. Η λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ του Νικολάι Λεσκόφ λέγεται Ισμαήλοβακαι είναι μια κοπέλα που παντρεύεται κάποιον χωρίς να τον αγαπά. Η ζωή με τον άντρα της και τον αυταρχικό πεθερό της είναι καταπιεστική. Ασφυκτιά από την έλλειψη επικοινωνίας και αγάπης. Παγιδεύεται σ’ ένα σπίτι - φυλακή, σ’ έναν τάφο στον οποίο πρέπει να θάψει όνειρα, επιθυμίες, πόθους ώστε να αφοσιωθεί πλήρως στα επιβεβλημένα καθήκοντά της που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη φροντίδα του αυταρχικού πεθερού της. Όλη η καταπιεσμένη γενετήσια ορμή της, η απώθηση της λαγνείας και η στέρηση κάθε μορφής ηδονισμού, ωθούν την Κατερίνα Ισμαήλοβα στο να βρει εραστή. Δίνεται με όλη της τη δύναμη, ενισχυμένη από τη στέρηση, στη σχέση αυτή και φτάνει στα όριά της, τα οποία και ξεπερνάει όταν διαπράττει τον πρώτο φόνο, προκειμένου να συνεχίσει να ζει το πάθος της. Το ένα φέρνει το άλλο και η Κατερίνα μετατρέπεται σε κατά συρροή δολοφόνο. Και ενώ οι αντικειμενικές δυσκολίες που θα την εμπόδιζαν να ζήσει με τον έρωτά της έχουν αρθεί, εκείνη εμπλέκεται σ’ έναν φαύλο κύκλο ενοχής, όπου οι ερινύες την κατατρέχουν. Η παράστασηΗ παράσταση βασίστηκε στην πολλαπλή διανομή, οι τέσσερις ηθοποιοί υποδύονται τόσο τους ρόλους τους, όσο και τον αφηγητή. Η σκηνοθεσία διαθέτει γοργούς ρυθμούς και έχει αξιοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητες του χώρου, εμμένοντας αρκετά στην τεχνική φως - σκοτάδι. Τα σκηνικά του Βασίλη Μαντζούκη αν και λιτά, οριοθετούν το πλαίσιο του έργου, ενώ η μουσική του ιδίου αποτελεί αδιαμφισβήτητα τον πέμπτο ηθοποιό της παράστασης. Η Μαρία Κεχαγιόγλου ήταν εντυπωσιακή τόσο φωνητικά, όσο και υποκριτικά, ενώ ήταν πολύ αδρές οι έντονες μεταπτώσεις της. Ο Λαέρτης Μαλκότσης γοήτευσε με το δωρικό του ύφος. Ο Γιώργος Φριντζήλας ήταν πολύ ακριβής στο ρόλο του, ως εραστής και η Δέσποινα Αναστάσογλου είχε μια πολύ σημαντική παρουσία. Τέσσερις κρίκοι μιας δυνατής παράστασης, που η πολλαπλή διανομή τους έδωσε την ευκαιρία να αξιοποιήσουν στο έπακρο τα προσόντα τους. Η Μάρθα Φριντζήλα και η Μαρία Κεχαγιόγλου μιλούν στο περιοδικό Φουαγιέ για την παράσταση Κατερίνα Ισμαήλοβα και για το κοινό τους όραμα στο θέατρο. Μιλήστε μου για την μέχρι τώρα πορεία σας. Μ. Κ.: Αποφοίτησα από τη σχολή του Εθνικού θεάτρου το 1990. Έκτοτε είχα την τύχη να συνεργαστώ με σκηνοθέτες και ηθοποιούς που εκτιμώ πολύ, τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο. Θεωρώ σταθμούς στην μέχρι τώρα διαδρομή μου, τη συνεργασία μου με τον Λευτέρη Βογιατζή –σκηνοθέτη με την πιο καθοριστική επίδραση πάνω μου-, τον Νίκο Μαστοράκη, τον Γιάννη Χουβαρδά και τον Γιάννη Οικονομίδη. Τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να δουλέψω σε νέες βάσεις πάνω στα θεατρικά κείμενα και τη θεατρική πράξη μέσα από διαδικασίες συλλογικές με δύο νέους σκηνοθέτες, τον Γιάννη Λεοντάρη και την Μάρθα Φριντζήλα.Πείτε μου για τη διπλή σας παρουσία, τόσο στη σκηνοθεσία, όσο και στη μουσική Μ.Φ.: Αποφοίτησα από τη σχολή Βεάκη το 1993. Αν και δουλεύω και ως ηθοποιός αυτό που με ενδιαφέρει είναι η σκηνοθεσία, η οποία κατάλαβα από νωρίς ότι δεν είναι θέμα ηγεσίας, δεν έχει να κάνει με το προσωπικό όραμα, αλλά με το συλλογικό. Ξεκίνησα σκηνοθετώντας κάποιες παραστάσεις στον πολιτιστικό όμιλο του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Από το 2000 έχουμε νοικιάσει έναν χώρο στον Κεραμεικό, τον «Κρατήρα» στον οποίο πειραματιζόμαστε με την ομάδα μου με διάφορες μορφές τέχνης, όπως ο χορός, το τραγούδι… Ασχολούμαστε με όλα τα τεχνικά θέματα που πρέπει να επιλυθούν, ώστε να γίνει μια παράσταση, η οποία θα είναι μοιρασμένη ισόποσα σε όλους τους συντελεστές. Παράλληλα ασχολήθηκα με το τραγούδι και επειδή το αγαπώ πολύ αλλά και για βιοποριστικούς λόγους. Αν κάνεις μια δεύτερη δουλειά, τότε μπορείς να ασχολείσαι με το θέατρο, με αξιοπρέπεια, έτσι δεν είσαι αναγκασμένος να κάνεις εκπτώσεις. Πείτε μου για την Κατερίνα Ισμαήλοβα Μ.Φ.: Η θεατρική διασκευή προέκυψε από τη νουβέλα του Νικολάι Λέσκοφ που λέγεται «η λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ» και το λιμπρέτο του Σοστακόβιτς. Κρατήσαμε ως βάση τη νουβέλα, την οποία διανθίσαμε με διαλογικά μέρη του λιμπρέτου της όπερας και κομμάτια από τις άριες καθώς και με τα χορωδιακά κομμάτια. Έτσι φτιάχτηκε ένα κείμενο εν μέρει διαλογικό, εν μέρει αφηγηματικό. Μ.Κ.: Είναι ένας ρόλος που έχει να διανύσει μεγάλη διαδρομή. Η ηρωίδα ξεκινάει από το κενό, από μια ζωή άδεια, γνωρίζει τον έρωτα και τη λαγνεία του σεξ, δίνεται σ’ αυτό ολόψυχα, ερωτεύεται έναν άνθρωπο που τελικά την προδίδει και καταλήγει στο έγκλημα, στην ταπείνωση και τον προσωπικό αφανισμό. Με ποια κριτήρια επιλέχθηκε το έργο αυτό, μια ιστορία κάπως παλιομοδίτικη που ανάγεται στη ρομαντική λογοτεχνία; Μ.Φ.: Το έναυσμα ήταν η όπερα του Σοστακόβιτς, την οποία από τη πρώτη στιγμή που την είδα, στη Λυρική τη λάτρεψα. Όταν διάβασα και τη νουβέλα, απευθύνθηκα κατευθείαν στη Μαρία, γιατί μόνο αυτήν φανταζόμουν για το ρόλο της Κατερίνας. Είχαμε αποφασίσει ότι θα ανεβάσουμε την παράσταση από το 1999 αλλά τώρα προέκυψαν οι κατάλληλες συνθήκες. Αυτή τη θεατρική διασκευή τη δουλεύω τα τελευταία δύο χρόνια. Έπειτα το προτείναμε στον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, ο οποίος μας εμπιστεύτηκε. Μ.Κ.: Στην ουσία αυτή η παράσταση πραγματοποιήθηκε, χάρη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Τι σας κέντρισε στον ρόλο; Μ.Κ.: Εκτός του ότι τόσο η ιστορία, όσο και ο ρόλος με συγκινούν πολύ, οπότε το έκανα με μεγάλη χαρά, αυτό που είχε περισσότερη σημασία για μένα ήταν η συνεργασία με τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Μ.Φ.: Η Μαρία δεν κλήθηκε μόνο ως ηθοποιός σ’ αυτή την παράσταση, τη θεωρώ συνεργάτη κα συνοδοιπόρο. Οι κώδικες καταπίεσης, οικογενειακού εγκλεισμού και ερωτικής εξαπάτησης μπορούν να προκαλέσουν τη μετάλλαξη ενός ήπιου χαρακτήρα, σε δολοφόνο; Μ.Φ.: Δεν πιστεύω ότι η Κατερίνα πριν μεταλλαχθεί σε άγγελο εκδίκησης, ήταν μια ήπια προσωπικότητα… Ήταν ένα πολύ σωματικό πλάσμα σαν ενεργό ηφαίστειο που ήθελε να χαίρεται τη ζωή και βρέθηκε σε μια οικογένεια πολύ κλειστή, πολύ καταπιεστική. Οι συνθήκες της ζωής που της επιβλήθηκε της είναι τραγικές. Με το που ξυπνάει, διοχετεύει όλη της τη δύναμη στον έρωτα αλλά με λάθος τρόπο, κι αποφασίζει να θυσιάσει τα πάντα. Μ.Κ.: Η καταπίεση δημιουργεί τρομερά προβλήματα, σε φύσεις που είναι ελεύθερες και αυθόρμητες. Όταν ένα άτομο καταπιέζεται και δεν αντιδρά, μπλοκάρεται σε πολύ μεγάλο βαθμό. Έτσι όταν βρεθεί μια διέξοδος, το άτομο τίθεται εκτός ορίων, κάνει απρόβλεπτα πράγματα, οδηγείται ακόμα και στο να διαπράξει έγκλημα Μ.Φ.: Είναι εντυπωσιακό το ότι ενώ στη νουβέλα βλέπουμε πολύ ακραίες συμπεριφορές, ο συγγραφέας τη φροντίζει πάρα πολύ την ηρωίδα του, σχεδόν την εξιδανικεύει. Το ίδιο κάνει και ο Σοστακόβιτς ο οποίος έχει μάλιστα αφαιρέσει τη σκηνή της δολοφονίας του μικρού παιδιού. Όλο το έργο είναι γραμμένο πάνω στην Κατερίνα σαν να είναι αυτή ένας πλανήτης γύρω από τον οποίο περιστρέφονται ως δορυφόροι όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα. Είναι μια νουβέλα που διερευνά τη γυναικεία φύση κι είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως ο συγγραφέας είναι τόσο καλός γνώστης της γυναικείας ψυχολογίας και πολύ λεπτομερειακός σε θέματα όπως ο τρόπος που διαχειρίζεται μια γυναίκα το πάθος της ή που ανακαλύπτει το σώμα της. Μετά τους φόνους εμπλέκεται όμως σ’ ένα ενοχικό σύνδρομο και παγιδεύεται. Μ.Κ.: Ναι γιατί ζει σ’ έναν κοινωνικό περίγυρο με έντονο το θρησκευτικό στοιχείο. Οπότε η ενοχή προκύπτει απ’ το σκληρό ορθόδοξο δόγμα της Ρωσίας εκείνης της εποχής. Μ.Φ.: Απλώς αυτή θεωρεί ότι μπορεί να πνίξει τις ενοχές της στα φιλιά του αγαπημένου της. Ξυπνάει από τους χειρότερους εφιάλτες και αποζητά το σεξ, προσπαθώντας να αποδράσει από τις σκέψεις της. Είναι αναπόφευκτος αυτός ο κύκλος πάθους, εγκλήματος, ενοχής, τιμωρίας. Μ.Κ.: Εξάλλου αν δεν υπάρχει ενοχή, τότε έχουμε να κάνουμε με ένα άτομο κυνικό. Η Κατερίνα δεν έχει ίχνος κυνισμού, είναι τόσο ρομαντική η ψυχοσύνθεσή της, δεν δημιουργεί καν αντιπάθεια και στο τέλος δικαιώνεται. Μ.Φ.: Είναι κρίμα γιατί είναι μια ψυχή χαμένη, δεν ξέρει τι ακριβώς κάνει, δεν το προσχεδιάζει. Είναι μια μοιραία γυναίκα, η πορεία της δεν μπορεί να έχει άλλη εξέλιξη. Γι’ αυτό και ο θεατής ταυτίζεται περισσότερο μ’ εκείνη παρά με τους άλλους. Μ.Κ.: Δεν είναι έξυπνη με την τρέχουσα σημασία, είναι ένα αθώο και λαϊκό κορίτσι. Μ.Φ.: Τα εγκλήματα που μας εντυπωσιάζουν, προέρχονται από λαϊκούς ανθρώπους, και σχετίζονται με τα μεγάλα πάθη τους πάνω στη γη, όπως τα περιέγραψε π.χ. ο Ντοστογιέφσκι. Δεν μπορεί η λογική και η υποψία της τιμωρίας να τα αποτρέψει. Η Κατερίνα ενώ έχει συνείδηση των πράξεών της, αντιλαμβάνεται το πάθος της ως το ισχυρότερο απ’ όλα. Γι’ αυτό και δεν είναι ακριβώς λαίδη Μάκβεθ, δεν σκοτώνει, επειδή θέλει εξουσία, αλλά για τον έρωτά της, είναι πιο ανθρώπινη. Αλλά ζει τα πάντα πολύ έντονα, χωρίς μέτρο. Πρόκειται για μια ιστορία πολύ κοινή και διαδεδομένη, εδώ όμως η ηρωίδα αδυνατεί να δει τα όριά της. Πώς καταφέρατε να μετατρέψετε αυτά τα διαλογικά (;αφηγηματικά) μέρη σε δραματουργία; Μ.Φ.: Το ζητούμενο ήταν να πούμε την ιστορία, αναζητώντας διαφορετικούς δρόμους και μεθόδους. Έχω μεγάλη αγάπη στο μπρεχτικό θέατρο γι’ αυτό και στηρίχτηκα πολύ στους ηθοποιούς. Δεν είναι εύκολο να βρεις ηθοποιούς που θα επενδύσουν περισσότερο στην παράσταση απ’ ό,τι στον εαυτό τους. Η διασκευή τροποποιήθηκε στις πρόβες. Δηλαδή πολλές φορές τα αφηγηματικά μέρη γίνανε διαλογικά ή και τραγούδι, υπολογίζοντας τις ισορροπίες του έργου. Δεν μ’ ενδιέφερε δηλαδή να κάνω τη νουβέλα, θεατρικό, αλλά να πω άρτια την ιστορία γι’ αυτό και δεν γινόταν να λείψουν οι περιγραφές. Η ευκολία της μετάβασης από την περιγραφή στη δραματουργία έγκειται στην εκπαίδευση του ηθοποιού. Μ.Κ.: Αν πρωταρχικός στόχος μας είναι να διηγηθούμε μια ιστορία, τότε η δράση πραγματώνεται γιατί σκοπός είναι να προωθηθεί η εξέλιξη του έργου. Μ.Φ.: Όταν ένας ηθοποιός εστιάζει στον δικό του ρόλο, τότε το τοπίο θολώνει, γιατί τονίζει τα στοιχεία που θεωρεί ο ίδιος σημαντικά, αγνοώντας άλλα εξίσου σημαντικά. Πρέπει οι ηθοποιοί να βλέπουν το έργο συνολικά και να μην αναλώνονται στο «χτίσιμο» του ρόλου τους. Έχω κουραστεί να βλέπω παραστάσεις που ξεχωρίζει ένας ηθοποιός, χάνοντας την ουσία του έργου. Ποιοι είναι οι βαθύτεροι κώδικες που προκαλούν τις ρήξεις ανάμεσα στα πρόσωπα του έργου; Μ.Φ.: Η έλλειψη επικοινωνίας Μ.Κ.: Είναι αδύνατο να επικοινωνήσει ένα ζευγάρι που έχει διαφορετικά «θέλω». Ο εραστής καταλήγει να έχει άσχημη συμπεριφορά απέναντι στην Κατερίνα, επειδή προϋπάρχει η έλλειψη επικοινωνίας. Μ.Φ.: Η βασική ρήξη είναι της Κατερίνας με τον υπόλοιπο κόσμο. Πρόκειται για ένα πρόσωπο που δεν χωρά σε καμία κοινωνία, ένα απλό αλλά και επικίνδυνο κορίτσι με έντονα στοιχεία «δονκιχωτισμού». Τέτοια στοιχεία απομονώνονται και αποβάλλονται. Όλες οι καταπιεσμένες «ψυχοσυνθέσεις» έχουν μια συγγένεια με αυτήν της Κατερίνας η οποία λειτουργεί σαν κυματοθραύστης. Το μόνο που ζητάει είναι να είναι ελεύθερη, αλλά αυτό είναι ανέφικτο μέσα στο κοινωνικό της πλαίσιο.Με ποιους σκηνοθετικούς τρόπους προσεγγίσατε αυτή την παράσταση;Μ.Φ.: Δεν έχω συγκεκριμένο σκηνοθετικό τρόπο. Όταν όλοι οι συντελεστές δουν και κατανοήσουν το ίδιο έργο, θα αποδώσουν το σωστό νόημα. Βασίζομαι στην επικοινωνία με τους ηθοποιούς. Μ.Κ.: Πολλά πράγματα προέκυψαν και εμπλουτίστηκαν από όλους μας.Μ.Φ.: Θεωρώ ότι δουλειά του ηθοποιού είναι να μελετήσει τον ρόλο του μέσα στο έργο και να τον αποδώσει όσο καλύτερα μπορεί. Μόνο αν βρεθεί σε αδιέξοδο και εφόσον μπορώ να τον βοηθήσω, επεμβαίνω. Πείτε μου για το ιστορικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο που γράφτηκε αυτή η νουβέλα; Μ.Φ.: Γράφτηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, από έναν φέρελπι συγγραφέα και πολλοί ισχυρίζονται ότι είναι πραγματική ιστορία. Ο Λέσκοφ ως πραγματικός καλλιτέχνης πολεμούσε έντονα τη γραφειοκρατία και δυσαρεστούσε τόσο τους γραφειοκράτες, όσο και τους κληρικούς. Οι ορθόδοξοι τον έλεγαν μηδενιστή και οι μηδενιστές φιλορθόδοξο. Ο Γκόργκι έλεγε ότι ο Λέσκοφ είναι ο πιο Ρώσος από τους Ρώσους συγγραφείς. Ο Τσέχωφ έλεγε ότι ο Λέσκοφ είναι ο πνευματικός του πατέρας και ο Ντοστογιέφσκι ήταν ο πρώτος που εξέδωσε τη νουβέλα αυτή. Όταν ξεκίνησε, έχαιρε μεγάλης αποδοχής, μετά πολεμήθηκε και περιθωριοποιήθηκε. Επανήλθε χάρη στον Σοστακόβιτς, την όπερα του οποίου απαγόρευσε ο Στάλιν το 1934, αλλά από το 1960 και μετά αναγνωρίστηκε αυτό το έργο. Πώς κρίνετε τη μέχρι τώρα ανταπόκριση του κοινού; Μ.Κ.:Είναι πολύ θερμή, το κοινό παρακολουθεί την ιστορία και συγκινείται από αυτήν. Ποια είναι τα μελλοντικά σχέδια σας; Μ.Φ.: Η παράσταση αυτή θα παίζεται μέχρι 13 Γενάρη, μετά θα ανεβάσουμε τον Αίαντα, που είχαμε παρουσιάσει πριν δυο χρόνια και τώρα θα παρουσιαστεί στο Εθνικό, τον Μάϊο. Ακόμα θα είμαστε και οι δύο καθηγήτριες υποκριτικής στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Ποιοι είναι οι προσωπικοί φόβοι και οι ενδόμυχες επιθυμίες σας; Μ.Φ.: Φοβάμαι μήπως ο κόσμος έχει απομακρυνθεί από το θέατρο και κυρίως οι ίδιοι οι εμπλεκόμενοι σ’ αυτό. Φοβάμαι μήπως έχουμε μπει σε δρόμους πολύ εγωκεντρικούς και ματαιόδοξους. Στόχος είναι να θες να πεις μια ιστορία κάποιου άλλου με το δικό σου τρόπο. Επιθυμία μου είναι να συνεχίσει αυτό το έργο την πορεία του, να ξανανέβει κάποια στιγμή… Μια παράσταση γίνεται αφορμή για να ξεκινήσει κάτι που δεν τελειώνει. Μ.Κ.: Φοβάμαι το τέλος των πραγμάτων, τη φθορά, την καθημερινότητα, όχι μόνο το βιολογικό αλλά τον θάνατο των μικρών ή και μεγάλων πραγμάτων γι’ αυτό και προσπαθώ να παρατείνω τη διάρκεια μέσα από την ανανέωση και την πίστη. Στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο μουσικός και σκηνογράφος Βασίλης Μαντζούκης και του θέτω την ανάλογη ερώτηση.Η μουσική αποτελεί βασικό συσταστικό αυτής της παράστασης; Β.Μ.: Το έργο είναι ένα παζλ αφηγήσεων, αναπαραστάσεων και τραγουδιών. Είναι χωρισμένο σε ενότητες και είναι θα λέγαμε, μπρεχτικής ατμόσφαιρας. Κάποια πράγματα πρέπει να εκφέρονται τραγουδιστά γι’ αυτό και υπάρχουν λαϊκά τραγούδια με τα οποία ξεκινάνε ή τελειώνουν κάποιες σκηνές. Προσπαθώ να αντιμετωπίσω τον ηχητικό και τον σκηνικό χώρο ως ένα. Μ.Φ.: Ο Βασίλης είναι εδώ και έντεκα χρόνια στενός συνεργάτης μου, ξεκινάμε από το κείμενο μαζί, μετέχει στις πρόβες και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της δουλειάς μου, επικοινωνούμε, έχουμε κοινό όραμα.. Είναι δύσκολο να φανταστώ μια παράσταση, χωρίς τη μουσική και τα σκηνικά του Βασίλη. Τ ΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ Μετάφραση: Κίκα Γεωργίου, Μάρθα Φριντζήλα Διασκευή- σκηνοθεσία: Μάρθα Φριντζήλα Σκηνογραφία- μουσική: Βασίλης Μαντζούκης Φωτισμοί- βίντεο: Βασίλης Μαντζούκης, Μάρθα Φριντζήλα Παίζουν: Μαρία Κεχαγιόγλου, Λαέρτης Μαλκότσης, Γιώργος Φριντζήλας, Δέσποινα Αναστάσογλου.
{/tabs}
|